φυλάω conjugation in Greek

"φυλάω" is a common greek verb meaning "to guard; to keep". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
φυλάω

to guard; to keep

Ενεστώτας

εγώεγώ φυλάω
εσύεσύ φυλάς
αυτός/αυτήαυτός φυλάει
εμείςεμείς φυλάμε
εσείςεσείς φυλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί φυλάνε

Παρατατικός

εγώεγώ φύλαγα
εσύεσύ φύλαγες
αυτός/αυτήαυτός φύλαγε
εμείςεμείς φυλάγαμε
εσείςεσείς φυλάγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φύλαγαν

Αόριστος

εγώεγώ φύλαξα
εσύεσύ φύλαξες
αυτός/αυτήαυτός φύλαξε
εμείςεμείς φυλάξαμε
εσείςεσείς φυλάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φύλαξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα φυλάω
εσύεσύ θα φυλάς
αυτός/αυτήαυτός θα φυλάει
εμείςεμείς θα φυλάμε
εσείςεσείς θα φυλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φυλάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα φυλάξω
εσύεσύ θα φυλάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα φυλάξει
εμείςεμείς θα φυλάξουμε
εσείςεσείς θα φυλάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φυλάξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να φυλάω
εσύεσύ να φυλάς
αυτός/αυτήαυτός να φυλάει
εμείςεμείς να φυλάμε
εσείςεσείς να φυλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φυλάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να φυλάξω
εσύεσύ να φυλάξεις
αυτός/αυτήαυτός να φυλάξει
εμείςεμείς να φυλάξουμε
εσείςεσείς να φυλάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φυλάξουν

Usages & examples

φυλάω + μέροςΟ φρουρός φυλάει το μουσείο όλη τη νύχτα.The guard watches the museum all night.
φυλάω + αντικείμενο για αργότεραΦυλάω όλες τις αποδείξεις σε ένα κουτί.I keep all the receipts in a box.
φυλάω + κάποιονΜπορείς να μου φυλάξεις το μωρό για μια ώρα;Can you babysit the baby for an hour?
φυλάω κακία σε κάποιονΑκόμα του φυλάω κακία για όσα είπε.I still hold a grudge against him for what he said.