χαλαρώνω conjugation in Greek
"χαλαρώνω" is a common greek verb meaning "relax". Below are its conjugations across major tenses.
χαλαρώνω
relax
Ενεστώτας
εγώεγώ χαλαρώνω
εσύεσύ χαλαρώνεις
αυτός/αυτήαυτός χαλαρώνει
εμείςεμείς χαλαρώνουμε
εσείςεσείς χαλαρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαλαρώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ χαλάρωνα
εσύεσύ χαλάρωνες
αυτός/αυτήαυτός χαλάρωνε
εμείςεμείς χαλαρώναμε
εσείςεσείς χαλαρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαλάρωναν
Αόριστος
εγώεγώ χαλάρωσα
εσύεσύ χαλάρωσες
αυτός/αυτήαυτός χαλάρωσε
εμείςεμείς χαλαρώσαμε
εσείςεσείς χαλαρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαλάρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα χαλαρώνω
εσύεσύ θα χαλαρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα χαλαρώνει
εμείςεμείς θα χαλαρώνουμε
εσείςεσείς θα χαλαρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαλαρώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα χαλαρώσω
εσύεσύ θα χαλαρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χαλαρώσει
εμείςεμείς θα χαλαρώσουμε
εσείςεσείς θα χαλαρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαλαρώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να χαλαρώνω
εσύεσύ να χαλαρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να χαλαρώνει
εμείςεμείς να χαλαρώνουμε
εσείςεσείς να χαλαρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαλαρώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να χαλαρώσω
εσύεσύ να χαλαρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να χαλαρώσει
εμείςεμείς να χαλαρώσουμε
εσείςεσείς να χαλαρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαλαρώσουν
Usages & examples
χαλαρώνω στο/στον + μέροςΜετά τη δουλειά χαλαρώνω στον καναπέ.After work I relax on the couch.
χαλαρώνω κάτιΧαλάρωσε λίγο τη ζώνη σου.Loosen your belt a bit.
χαλαρώνω ρυθμούςΤον Αύγουστο όλοι χαλαρώνουμε ρυθμούς.In August we all slow the pace down.
Χαλάρωσε! (προσταγή)Χαλάρωσε, δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι.Relax, there's no reason to stress.