χαμογελάω conjugation in Greek

"χαμογελάω" is a common greek verb meaning "to smile". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χαμογελάω

to smile

Ενεστώτας

εγώεγώ χαμογελάω
εσύεσύ χαμογελάς
αυτός/αυτήαυτός χαμογελάει
εμείςεμείς χαμογελάμε
εσείςεσείς χαμογελάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαμογελάνε

Παρατατικός

εγώεγώ χαμογελούσα
εσύεσύ χαμογελούσες
αυτός/αυτήαυτός χαμογελούσε
εμείςεμείς χαμογελούσαμε
εσείςεσείς χαμογελούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαμογελούσαν

Αόριστος

εγώεγώ χαμογέλασα
εσύεσύ χαμογέλασες
αυτός/αυτήαυτός χαμογέλασε
εμείςεμείς χαμογελάσαμε
εσείςεσείς χαμογελάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαμογέλασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χαμογελάω
εσύεσύ θα χαμογελάς
αυτός/αυτήαυτός θα χαμογελάει
εμείςεμείς θα χαμογελάμε
εσείςεσείς θα χαμογελάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαμογελάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χαμογελάσω
εσύεσύ θα χαμογελάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χαμογελάσει
εμείςεμείς θα χαμογελάσουμε
εσείςεσείς θα χαμογελάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαμογελάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χαμογελάω
εσύεσύ να χαμογελάς
αυτός/αυτήαυτός να χαμογελάει
εμείςεμείς να χαμογελάμε
εσείςεσείς να χαμογελάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαμογελάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χαμογελάσω
εσύεσύ να χαμογελάσεις
αυτός/αυτήαυτός να χαμογελάσει
εμείςεμείς να χαμογελάσουμε
εσείςεσείς να χαμογελάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαμογελάσουν

Usages & examples

χαμογελάω σε κάποιονΤης χαμογελάω κάθε πρωί στο γραφείο.I smile at her every morning at the office.
Προστακτική: χαμογέλαΧαμογέλα, βγάζω φωτογραφία!Smile, I'm taking a photo!
χαμογελάω όταν...Χαμογελάω όταν θυμάμαι τις διακοπές μας.I smile when I remember our holidays.
μου χαμογελάει η τύχηΜου χαμογελάει η τύχη τελευταία.Luck has been smiling on me lately.