χωράω conjugation in Greek
"χωράω" is a common greek verb meaning "to fit". Below are its conjugations across major tenses.
χωράω
to fit
Ενεστώτας
εγώεγώ χωράω
εσύεσύ χωράς
αυτός/αυτήαυτός χωράει
εμείςεμείς χωράμε
εσείςεσείς χωράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί χωράνε
Παρατατικός
εγώεγώ χωρούσα
εσύεσύ χωρούσες
αυτός/αυτήαυτός χωρούσε
εμείςεμείς χωρούσαμε
εσείςεσείς χωρούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χωρούσαν
Αόριστος
εγώεγώ χώρεσα
εσύεσύ χώρεσες
αυτός/αυτήαυτός χώρεσε
εμείςεμείς χωρέσαμε
εσείςεσείς χωρέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χώρεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα χωράω
εσύεσύ θα χωράς
αυτός/αυτήαυτός θα χωράει
εμείςεμείς θα χωράμε
εσείςεσείς θα χωράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χωράνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα χωρέσω
εσύεσύ θα χωρέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χωρέσει
εμείςεμείς θα χωρέσουμε
εσείςεσείς θα χωρέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χωρέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να χωράω
εσύεσύ να χωράς
αυτός/αυτήαυτός να χωράει
εμείςεμείς να χωράμε
εσείςεσείς να χωράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χωράνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να χωρέσω
εσύεσύ να χωρέσεις
αυτός/αυτήαυτός να χωρέσει
εμείςεμείς να χωρέσουμε
εσείςεσείς να χωρέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χωρέσουν
Usages & examples
X χωράει σε YΤο τραπέζι δεν χωράει στο ασανσέρ.The table doesn’t fit in the elevator.
Χ χωράει + αριθμός/αντικείμενοΗ αίθουσα χωράει εκατό άτομα.The hall can hold one hundred people.
Δεν χωράω (μέσα) σε...Δεν χωράω πια στο παλιό μου τζιν.I don’t fit into my old jeans anymore.
δεν χωράει αμφιβολίαΔεν χωράει αμφιβολία πως έχει ταλέντο.There’s no doubt that she’s talented.