χύνω conjugation in Greek

"χύνω" is a common greek verb meaning "pour / spill". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χύνω

pour / spill

Ενεστώτας

εγώεγώ χύνω
εσύεσύ χύνεις
αυτός/αυτήαυτός χύνει
εμείςεμείς χύνουμε
εσείςεσείς χύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χύνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έχυνα
εσύεσύ έχυνες
αυτός/αυτήαυτός έχυνε
εμείςεμείς χύναμε
εσείςεσείς χύνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχυναν

Αόριστος

εγώεγώ έχυσα
εσύεσύ έχυσες
αυτός/αυτήαυτός έχυσε
εμείςεμείς χύσαμε
εσείςεσείς χύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχυσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χύνω
εσύεσύ θα χύνεις
αυτός/αυτήαυτός θα χύνει
εμείςεμείς θα χύνουμε
εσείςεσείς θα χύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χύνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χύσω
εσύεσύ θα χύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χύσει
εμείςεμείς θα χύσουμε
εσείςεσείς θα χύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χύσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χύνω
εσύεσύ να χύνεις
αυτός/αυτήαυτός να χύνει
εμείςεμείς να χύνουμε
εσείςεσείς να χύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χύνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χύσω
εσύεσύ να χύσεις
αυτός/αυτήαυτός να χύσει
εμείςεμείς να χύσουμε
εσείςεσείς να χύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χύσουν

Usages & examples

χύνω κάτι σε + δοχείοΜπορείς να μου χύσεις λίγο νερό στο ποτήρι;Can you pour me some water into the glass?
χύνω κάτι κατά λάθοςΠήγα να σηκωθώ και χύσα τον χυμό παντού.I went to get up and I spilled the juice everywhere.
χύνω δάκρυα/αίμαΈχω χύσει τόσα δάκρυα γι’ αυτό το θέμα.I’ve shed so many tears over this issue.
χύνω ιδρώτα (μτφ.)Χύνει ιδρώτα κάθε μέρα για να πετύχει τους στόχους του.He sweats every day to achieve his goals.