ψάχνω conjugation in Greek
"ψάχνω" is a common greek verb meaning "to look for; to search". Below are its conjugations across major tenses.
ψάχνω
to look for; to search
Ενεστώτας
εγώεγώ ψάχνω
εσύεσύ ψάχνεις
αυτός/αυτήαυτός ψάχνει
εμείςεμείς ψάχνουμε
εσείςεσείς ψάχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψάχνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έψαχνα
εσύεσύ έψαχνες
αυτός/αυτήαυτός έψαχνε
εμείςεμείς ψάχναμε
εσείςεσείς ψάχνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έψαχναν
Αόριστος
εγώεγώ έψαξα
εσύεσύ έψαξες
αυτός/αυτήαυτός έψαξε
εμείςεμείς ψάξαμε
εσείςεσείς ψάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έψαξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ψάχνω
εσύεσύ θα ψάχνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψάχνει
εμείςεμείς θα ψάχνουμε
εσείςεσείς θα ψάχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψάχνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ψάξω
εσύεσύ θα ψάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψάξει
εμείςεμείς θα ψάξουμε
εσείςεσείς θα ψάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ψάχνω
εσύεσύ να ψάχνεις
αυτός/αυτήαυτός να ψάχνει
εμείςεμείς να ψάχνουμε
εσείςεσείς να ψάχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψάχνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ψάξω
εσύεσύ να ψάξεις
αυτός/αυτήαυτός να ψάξει
εμείςεμείς να ψάξουμε
εσείςεσείς να ψάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψάξουν
Usages & examples
ψάχνω κάτιΨάχνω τα κλειδιά μου.I'm looking for my keys.
ψάχνω για + ουσιαστικόΨάχνω για καινούριο σπίτι.I'm looking for a new house.
ψάχνω σε/μέσα σε + μέροςΈψαξα σε όλες τις τσέπες μου αλλά δεν το βρήκα.I searched all my pockets but didn't find it.
ψάχνω στο ίντερνετΘα το ψάξω στο ίντερνετ αργότερα.I'll look it up on the internet later.