αγοράζω conjugation in Greek

"αγοράζω" is a common greek verb meaning "to buy". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αγοράζω

to buy

Ενεστώτας

εγώεγώ αγοράζω
εσύεσύ αγοράζεις
αυτός/αυτήαυτός αγοράζει
εμείςεμείς αγοράζουμε
εσείςεσείς αγοράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αγοράζουν

Παρατατικός

εγώεγώ αγόραζα
εσύεσύ αγόραζες
αυτός/αυτήαυτός αγόραζε
εμείςεμείς αγοράζαμε
εσείςεσείς αγοράζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αγόραζαν

Αόριστος

εγώεγώ αγόρασα
εσύεσύ αγόρασες
αυτός/αυτήαυτός αγόρασε
εμείςεμείς αγοράσαμε
εσείςεσείς αγοράσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αγόρασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αγοράζω
εσύεσύ θα αγοράζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αγοράζει
εμείςεμείς θα αγοράζουμε
εσείςεσείς θα αγοράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αγοράζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αγοράσω
εσύεσύ θα αγοράσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αγοράσει
εμείςεμείς θα αγοράσουμε
εσείςεσείς θα αγοράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αγοράσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αγοράζω
εσύεσύ να αγοράζεις
αυτός/αυτήαυτός να αγοράζει
εμείςεμείς να αγοράζουμε
εσείςεσείς να αγοράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αγοράζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αγοράσω
εσύεσύ να αγοράσεις
αυτός/αυτήαυτός να αγοράσει
εμείςεμείς να αγοράσουμε
εσείςεσείς να αγοράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αγοράσουν

Usages & examples

αγοράζω κάτιΚάθε Σάββατο αγοράζω φρέσκο ψωμί.Every Saturday I buy fresh bread.
αγοράζω κάτι σε κάποιονΘα σου αγοράσω ένα παγωτό.I'll buy you an ice cream.
αγοράζω κάτι από...Αγόρασα τα εισιτήρια από το ίντερνετ.I bought the tickets online.
δεν το αγοράζωΛέει πως άργησε λόγω κίνησης, αλλά εγώ δεν το αγοράζω.He says he was late because of traffic, but I don't buy it.