βράζω conjugation in Greek
"βράζω" is a common greek verb meaning "to boil". Below are its conjugations across major tenses.
βράζω
to boil
Ενεστώτας
εγώεγώ βράζω
εσύεσύ βράζεις
αυτός/αυτήαυτός βράζει
εμείςεμείς βράζουμε
εσείςεσείς βράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βράζουν
Παρατατικός
εγώεγώ έβραζα
εσύεσύ έβραζες
αυτός/αυτήαυτός έβραζε
εμείςεμείς βράζαμε
εσείςεσείς βράζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβραζαν
Αόριστος
εγώεγώ έβρασα
εσύεσύ έβρασες
αυτός/αυτήαυτός έβρασε
εμείςεμείς βράσαμε
εσείςεσείς βράσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβρασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βράζω
εσύεσύ θα βράζεις
αυτός/αυτήαυτός θα βράζει
εμείςεμείς θα βράζουμε
εσείςεσείς θα βράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βράζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βράσω
εσύεσύ θα βράσεις
αυτός/αυτήαυτός θα βράσει
εμείςεμείς θα βράσουμε
εσείςεσείς θα βράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βράσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βράζω
εσύεσύ να βράζεις
αυτός/αυτήαυτός να βράζει
εμείςεμείς να βράζουμε
εσείςεσείς να βράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βράζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βράσω
εσύεσύ να βράσεις
αυτός/αυτήαυτός να βράσει
εμείςεμείς να βράσουμε
εσείςεσείς να βράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βράσουν
Usages & examples
βράζω + αντικείμενοΒράζω τα αυγά για πρωινό.I’m boiling the eggs for breakfast.
το νερό/φαγητό βράζειΠερίμενε μέχρι να βράσει το νερό.Wait until the water boils.
βράζω από + συναίσθημαΒράζω από θυμό με αυτά που άκουσα.I’m boiling with anger at what I heard.
κάτι βράζειΚάτι βράζει στη γειτονιά αλλά κανείς δεν μιλάει.Something’s brewing in the neighborhood but no one is talking.