αδειάζω conjugation in Greek

"αδειάζω" is a common greek verb meaning "to empty". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αδειάζω

to empty

Ενεστώτας

εγώεγώ αδειάζω
εσύεσύ αδειάζεις
αυτός/αυτήαυτός αδειάζει
εμείςεμείς αδειάζουμε
εσείςεσείς αδειάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αδειάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ άδειαζα
εσύεσύ άδειαζες
αυτός/αυτήαυτός άδειαζε
εμείςεμείς αδειάζαμε
εσείςεσείς αδειάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άδειαζαν

Αόριστος

εγώεγώ άδειασα
εσύεσύ άδειασες
αυτός/αυτήαυτός άδειασε
εμείςεμείς αδειάσαμε
εσείςεσείς αδειάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άδειασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αδειάζω
εσύεσύ θα αδειάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αδειάζει
εμείςεμείς θα αδειάζουμε
εσείςεσείς θα αδειάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αδειάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αδειάσω
εσύεσύ θα αδειάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αδειάσει
εμείςεμείς θα αδειάσουμε
εσείςεσείς θα αδειάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αδειάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αδειάζω
εσύεσύ να αδειάζεις
αυτός/αυτήαυτός να αδειάζει
εμείςεμείς να αδειάζουμε
εσείςεσείς να αδειάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αδειάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αδειάσω
εσύεσύ να αδειάσεις
αυτός/αυτήαυτός να αδειάσει
εμείςεμείς να αδειάσουμε
εσείςεσείς να αδειάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αδειάσουν

Usages & examples

αδειάζω + αντικείμενοΜπορείς να αδειάσεις τον κάδο;Can you empty the bin?
το Χ αδειάζειΜετά τις δώδεκα το μαγαζί αδειάζει.After midnight the bar empties out.
αδειάζω από + δραστηριότηταΘα αδειάσω από τη δουλειά κατά τις έξι.I'll be done with work around six.
με άδειασε (καθομιλ.)Στο meeting με άδειασε μπροστά σε όλους.In the meeting he threw me under the bus in front of everyone.