μοιάζω conjugation in Greek
"μοιάζω" is a common greek verb meaning "to seem; to look like". Below are its conjugations across major tenses.
μοιάζω
to seem; to look like
Ενεστώτας
εγώεγώ μοιάζω
εσύεσύ μοιάζεις
αυτός/αυτήαυτός μοιάζει
εμείςεμείς μοιάζουμε
εσείςεσείς μοιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μοιάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ έμοιαζα
εσύεσύ έμοιαζες
αυτός/αυτήαυτός έμοιαζε
εμείςεμείς μοιάζαμε
εσείςεσείς μοιάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έμοιαζαν
Αόριστος
εγώεγώ έμοιασα
εσύεσύ έμοιασες
αυτός/αυτήαυτός έμοιασε
εμείςεμείς μοιάσαμε
εσείςεσείς μοιάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έμοιασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μοιάζω
εσύεσύ θα μοιάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα μοιάζει
εμείςεμείς θα μοιάζουμε
εσείςεσείς θα μοιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μοιάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μοιάσω
εσύεσύ θα μοιάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μοιάσει
εμείςεμείς θα μοιάσουμε
εσείςεσείς θα μοιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μοιάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μοιάζω
εσύεσύ να μοιάζεις
αυτός/αυτήαυτός να μοιάζει
εμείςεμείς να μοιάζουμε
εσείςεσείς να μοιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μοιάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μοιάσω
εσύεσύ να μοιάσεις
αυτός/αυτήαυτός να μοιάσει
εμείςεμείς να μοιάσουμε
εσείςεσείς να μοιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μοιάσουν
Usages & examples
μοιάζω με + αιτιατικήΜοιάζεις με τη μητέρα σου.You look like your mother.
μοιάζω σε + αιτιατικήΣτη φωνή μοιάζεις στον αδερφό σου.In your voice you resemble your brother.
μοιάζει να + υποτ.Μοιάζει να αργεί το λεωφορείο.It seems the bus is late.
μοιάζω + επίθετοΜοιάζεις κουρασμένος σήμερα.You look tired today.