ανήκω conjugation in Greek
"ανήκω" is a common greek verb meaning "belong". Below are its conjugations across major tenses.
ανήκω
belong
Ενεστώτας
εγώεγώ ανήκω
εσύεσύ ανήκεις
αυτός/αυτήαυτός ανήκει
εμείςεμείς ανήκουμε
εσείςεσείς ανήκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανήκουν
Παρατατικός
εγώεγώ ανήκα
εσύεσύ ανήκες
αυτός/αυτήαυτός ανήκε
εμείςεμείς ανήκαμε
εσείςεσείς ανήκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανήκαν
Αόριστος
εγώεγώ ανήκα
εσύεσύ ανήκες
αυτός/αυτήαυτός ανήκε
εμείςεμείς ανήκαμε
εσείςεσείς ανήκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανήκαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανήκω
εσύεσύ θα ανήκεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανήκει
εμείςεμείς θα ανήκουμε
εσείςεσείς θα ανήκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανήκουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανήκω
εσύεσύ θα ανήκεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανήκει
εμείςεμείς θα ανήκουμε
εσείςεσείς θα ανήκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανήκουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανήκω
εσύεσύ να ανήκεις
αυτός/αυτήαυτός να ανήκει
εμείςεμείς να ανήκουμε
εσείςεσείς να ανήκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανήκουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανήκω
εσύεσύ να ανήκεις
αυτός/αυτήαυτός να ανήκει
εμείςεμείς να ανήκουμε
εσείςεσείς να ανήκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανήκουν
Usages & examples
ανήκω σε κάποιονΑυτό το ποδήλατο ανήκει σε εμένα.This bicycle belongs to me.
ανήκω σε ομάδα/οργάνωσηΑνήκω σε μια ομάδα αναρρίχησης.I belong to a climbing group.
ανήκω σε κατηγορίαΤο βιβλίο ανήκει στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας.The book belongs to the science fiction category.
ανήκω στο παρελθόν/μέλλονΟι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις ανήκουν πια στο παρελθόν.Black-and-white TVs now belong to the past.