διδάσκω conjugation in Greek
"διδάσκω" is a common greek verb meaning "to teach". Below are its conjugations across major tenses.
διδάσκω
to teach
Ενεστώτας
εγώεγώ διδάσκω
εσύεσύ διδάσκεις
αυτός/αυτήαυτός διδάσκει
εμείςεμείς διδάσκουμε
εσείςεσείς διδάσκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διδάσκουν
Παρατατικός
εγώεγώ δίδασκα
εσύεσύ δίδασκες
αυτός/αυτήαυτός δίδασκε
εμείςεμείς διδάσκαμε
εσείςεσείς διδάσκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δίδασκαν
Αόριστος
εγώεγώ δίδαξα
εσύεσύ δίδαξες
αυτός/αυτήαυτός δίδαξε
εμείςεμείς διδάξαμε
εσείςεσείς διδάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δίδαξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διδάσκω
εσύεσύ θα διδάσκεις
αυτός/αυτήαυτός θα διδάσκει
εμείςεμείς θα διδάσκουμε
εσείςεσείς θα διδάσκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διδάσκουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διδάξω
εσύεσύ θα διδάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα διδάξει
εμείςεμείς θα διδάξουμε
εσείςεσείς θα διδάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διδάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διδάσκω
εσύεσύ να διδάσκεις
αυτός/αυτήαυτός να διδάσκει
εμείςεμείς να διδάσκουμε
εσείςεσείς να διδάσκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διδάσκουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διδάξω
εσύεσύ να διδάξεις
αυτός/αυτήαυτός να διδάξει
εμείςεμείς να διδάξουμε
εσείςεσείς να διδάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διδάξουν
Usages & examples
διδάσκω + μάθημαΔιδάσκω ισπανικά τα βράδια.I teach Spanish in the evenings.
διδάσκω σε + μέρος/φορέαΔιδάσκω στο πανεπιστήμιο της πόλης.I teach at the city university.
διδάσκω κάποιον να + ρήμαΟ φίλος μου μού δίδαξε να οδηγώ μηχανάκι.My friend taught me how to ride a scooter.
θα διδάξω + μάθημαΘα διδάξω το νέο σεμινάριο από τον Οκτώβρη.I will teach the new seminar starting in October.