αφήνω conjugation in Greek

"αφήνω" is a common greek verb meaning "to leave; to let". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αφήνω

to leave; to let

Ενεστώτας

εγώεγώ αφήνω
εσύεσύ αφήνεις
αυτός/αυτήαυτός αφήνει
εμείςεμείς αφήνουμε
εσείςεσείς αφήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αφήνουν

Παρατατικός

εγώεγώ άφηνα
εσύεσύ άφηνες
αυτός/αυτήαυτός άφηνε
εμείςεμείς αφήναμε
εσείςεσείς αφήνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άφηναν

Αόριστος

εγώεγώ άφησα
εσύεσύ άφησες
αυτός/αυτήαυτός άφησε
εμείςεμείς αφήσαμε
εσείςεσείς αφήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άφησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αφήνω
εσύεσύ θα αφήνεις
αυτός/αυτήαυτός θα αφήνει
εμείςεμείς θα αφήνουμε
εσείςεσείς θα αφήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αφήνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αφήσω
εσύεσύ θα αφήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αφήσει
εμείςεμείς θα αφήσουμε
εσείςεσείς θα αφήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αφήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αφήνω
εσύεσύ να αφήνεις
αυτός/αυτήαυτός να αφήνει
εμείςεμείς να αφήνουμε
εσείςεσείς να αφήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αφήνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αφήσω
εσύεσύ να αφήσεις
αυτός/αυτήαυτός να αφήσει
εμείςεμείς να αφήσουμε
εσείςεσείς να αφήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αφήσουν

Usages & examples

αφήνω κάτι κάπουΆφησα το κινητό μου στο αυτοκίνητο.I left my phone in the car.
αφήνω κάποιον να + subjΟι γονείς μου με άφησαν να βγω το βράδυ.My parents let me go out in the evening.
Άσ' το!Άσ' το, θα το κανονίσουμε αύριο.Leave it, we'll handle it tomorrow.
αφήνω + δραστηριότηταΑποφάσισε να αφήσει το κάπνισμα.He decided to quit smoking.