σβήνω conjugation in Greek

"σβήνω" is a common greek verb meaning "to erase; to turn off". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
σβήνω

to erase; to turn off

Ενεστώτας

εγώεγώ σβήνω
εσύεσύ σβήνεις
αυτός/αυτήαυτός σβήνει
εμείςεμείς σβήνουμε
εσείςεσείς σβήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σβήνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έσβηνα
εσύεσύ έσβηνες
αυτός/αυτήαυτός έσβηνε
εμείςεμείς σβήναμε
εσείςεσείς σβήνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσβηναν

Αόριστος

εγώεγώ έσβησα
εσύεσύ έσβησες
αυτός/αυτήαυτός έσβησε
εμείςεμείς σβήσαμε
εσείςεσείς σβήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσβησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα σβήνω
εσύεσύ θα σβήνεις
αυτός/αυτήαυτός θα σβήνει
εμείςεμείς θα σβήνουμε
εσείςεσείς θα σβήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σβήνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα σβήσω
εσύεσύ θα σβήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σβήσει
εμείςεμείς θα σβήσουμε
εσείςεσείς θα σβήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σβήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να σβήνω
εσύεσύ να σβήνεις
αυτός/αυτήαυτός να σβήνει
εμείςεμείς να σβήνουμε
εσείςεσείς να σβήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σβήνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να σβήσω
εσύεσύ να σβήσεις
αυτός/αυτήαυτός να σβήσει
εμείςεμείς να σβήσουμε
εσείςεσείς να σβήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σβήσουν

Usages & examples

σβήνω το φως/τη συσκευήΜπορείς να σβήσεις το φως πριν φύγεις;Can you turn off the light before you leave?
σβήνω φωτιά/κερίΈσβησε το κερί με ένα φύσημα.She blew out the candle with one puff.
σβήνω μήνυμα/αρχείοΞέχασα να σβήσω το παλιό email.I forgot to delete the old email.
σβήνω η μηχανήΤο αυτοκίνητο έσβησε στο φανάρι.The car stalled at the traffic light.