αναγνωρίζω conjugation in Greek
"αναγνωρίζω" is a common greek verb meaning "to recognize". Below are its conjugations across major tenses.
αναγνωρίζω
to recognize
Ενεστώτας
εγώεγώ αναγνωρίζω
εσύεσύ αναγνωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός αναγνωρίζει
εμείςεμείς αναγνωρίζουμε
εσείςεσείς αναγνωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναγνωρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ αναγνώριζα
εσύεσύ αναγνώριζες
αυτός/αυτήαυτός αναγνώριζε
εμείςεμείς αναγνωρίζαμε
εσείςεσείς αναγνωρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναγνώριζαν
Αόριστος
εγώεγώ αναγνώρισα
εσύεσύ αναγνώρισες
αυτός/αυτήαυτός αναγνώρισε
εμείςεμείς αναγνωρίσαμε
εσείςεσείς αναγνωρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναγνώρισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αναγνωρίζω
εσύεσύ θα αναγνωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αναγνωρίζει
εμείςεμείς θα αναγνωρίζουμε
εσείςεσείς θα αναγνωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αναγνωρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αναγνωρίσω
εσύεσύ θα αναγνωρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αναγνωρίσει
εμείςεμείς θα αναγνωρίσουμε
εσείςεσείς θα αναγνωρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αναγνωρίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αναγνωρίζω
εσύεσύ να αναγνωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να αναγνωρίζει
εμείςεμείς να αναγνωρίζουμε
εσείςεσείς να αναγνωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αναγνωρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αναγνωρίσω
εσύεσύ να αναγνωρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να αναγνωρίσει
εμείςεμείς να αναγνωρίσουμε
εσείςεσείς να αναγνωρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αναγνωρίσουν
Usages & examples
αναγνωρίζω + κάποιον/κάτιΤον αναγνώρισα αμέσως στο αεροδρόμιο.I recognized him right away at the airport.
αναγνωρίζω + κάτι από...Αναγνώρισα το τραγούδι από τις πρώτες νότες.I identified the song from the first notes.
αναγνωρίζω ότι/πως + πρότασηΑναγνωρίζω ότι άργησα, αλλά είχε πολλή κίνηση.I admit I was late, but there was heavy traffic.
αναγνωρίζω + δικαίωμα/τίτλοΤο κράτος αναγνώρισε το πτυχίο της.The state officially recognized her degree.