γυρίζω conjugation in Greek
"γυρίζω" is a common greek verb meaning "to return; to turn". Below are its conjugations across major tenses.
γυρίζω
to return; to turn
Ενεστώτας
εγώεγώ γυρίζω
εσύεσύ γυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός γυρίζει
εμείςεμείς γυρίζουμε
εσείςεσείς γυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γυρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γύριζα
εσύεσύ γύριζες
αυτός/αυτήαυτός γύριζε
εμείςεμείς γυρίζαμε
εσείςεσείς γυρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γύριζαν
Αόριστος
εγώεγώ γύρισα
εσύεσύ γύρισες
αυτός/αυτήαυτός γύρισε
εμείςεμείς γυρίσαμε
εσείςεσείς γυρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γύρισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γυρίζω
εσύεσύ θα γυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γυρίζει
εμείςεμείς θα γυρίζουμε
εσείςεσείς θα γυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γυρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γυρίσω
εσύεσύ θα γυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γυρίσει
εμείςεμείς θα γυρίσουμε
εσείςεσείς θα γυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γυρίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γυρίζω
εσύεσύ να γυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να γυρίζει
εμείςεμείς να γυρίζουμε
εσείςεσείς να γυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γυρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γυρίσω
εσύεσύ να γυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να γυρίσει
εμείςεμείς να γυρίσουμε
εσείςεσείς να γυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γυρίσουν
Usages & examples
γυρίζω σπίτι/σεΘα γυρίσω αργά απόψε.I'll get back late tonight.
γυρίζω κάτιΓύρισε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα.He turned the key and opened the door.
γυρίζω ταινία/σκηνήΓυρίζουν μια ταινία δράσης στο κέντρο.They're shooting an action movie downtown.
γυρίζω την πόλη/τον κόσμοΜου αρέσει να γυρίζω την πόλη με το ποδήλατο.I like to ride around the city on my bike.