αναπνέω conjugation in Greek

"αναπνέω" is a common greek verb meaning "breathe". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αναπνέω

breathe

Ενεστώτας

εγώεγώ αναπνέω
εσύεσύ αναπνέεις
αυτός/αυτήαυτός αναπνέει
εμείςεμείς αναπνέουμε
εσείςεσείς αναπνέετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναπνέουν

Παρατατικός

εγώεγώ ανέπνεα
εσύεσύ ανέπνεες
αυτός/αυτήαυτός ανέπνεε
εμείςεμείς αναπνέαμε
εσείςεσείς αναπνέατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανέπνεαν

Αόριστος

εγώεγώ ανέπνευσα
εσύεσύ ανέπνευσες
αυτός/αυτήαυτός ανέπνευσε
εμείςεμείς αναπνεύσαμε
εσείςεσείς αναπνεύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανέπνευσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αναπνέω
εσύεσύ θα αναπνέεις
αυτός/αυτήαυτός θα αναπνέει
εμείςεμείς θα αναπνέουμε
εσείςεσείς θα αναπνέετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αναπνέουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αναπνεύσω
εσύεσύ θα αναπνεύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αναπνεύσει
εμείςεμείς θα αναπνεύσουμε
εσείςεσείς θα αναπνεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αναπνεύσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αναπνέω
εσύεσύ να αναπνέεις
αυτός/αυτήαυτός να αναπνέει
εμείςεμείς να αναπνέουμε
εσείςεσείς να αναπνέετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αναπνέουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αναπνεύσω
εσύεσύ να αναπνεύσεις
αυτός/αυτήαυτός να αναπνεύσει
εμείςεμείς να αναπνεύσουμε
εσείςεσείς να αναπνεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αναπνεύσουν

Usages & examples

αναπνέω βαθιάΑναπνέω βαθιά για να χαλαρώσω.I breathe deeply to relax.
δεν μπορώ να αναπνεύσωΔεν μπορώ να αναπνεύσω μ’ αυτή τη μάσκα.I can't breathe with this mask.
αναπνέω + καθαρό αέραΣτο βουνό αναπνέεις καθαρό αέρα.Up in the mountains you breathe clean air.
αναπνέω (ανακούφιση)Πλήρωσα τους λογαριασμούς και τώρα αναπνέω.I paid the bills and now I can breathe.