συνδέω conjugation in Greek
"συνδέω" is a common greek verb meaning "to connect". Below are its conjugations across major tenses.
συνδέω
to connect
Ενεστώτας
εγώεγώ συνδέω
εσύεσύ συνδέεις
αυτός/αυτήαυτός συνδέει
εμείςεμείς συνδέουμε
εσείςεσείς συνδέετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συνδέουν
Παρατατικός
εγώεγώ συνέδεα
εσύεσύ συνέδεες
αυτός/αυτήαυτός συνέδεε
εμείςεμείς συνδέαμε
εσείςεσείς συνδέατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συνέδεαν
Αόριστος
εγώεγώ σύνδεσα
εσύεσύ σύνδεσες
αυτός/αυτήαυτός σύνδεσε
εμείςεμείς συνδέσαμε
εσείςεσείς συνδέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σύνδεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα συνδέω
εσύεσύ θα συνδέεις
αυτός/αυτήαυτός θα συνδέει
εμείςεμείς θα συνδέουμε
εσείςεσείς θα συνδέετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συνδέουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα συνδέσω
εσύεσύ θα συνδέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα συνδέσει
εμείςεμείς θα συνδέσουμε
εσείςεσείς θα συνδέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συνδέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να συνδέω
εσύεσύ να συνδέεις
αυτός/αυτήαυτός να συνδέει
εμείςεμείς να συνδέουμε
εσείςεσείς να συνδέετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συνδέουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να συνδέσω
εσύεσύ να συνδέσεις
αυτός/αυτήαυτός να συνδέσει
εμείςεμείς να συνδέσουμε
εσείςεσείς να συνδέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συνδέσουν
Usages & examples
Συνδέω κτ. στην πρίζα/συσκευήΣύνδεσε τον φορτιστή στην πρίζα.Plug the charger into the socket.
Συνδέω κπ. με κπ.Θέλεις να σε συνδέσω με τον υπεύθυνο;Do you want me to connect you with the manager?
Συνδέω γεγονότα/ιδέεςΔεν είχα συνδέσει τα δύο περιστατικά.I hadn't linked the two incidents.
Συνδέω συσκευή στο Wi-FiΠώς συνδέω το τάμπλετ στο Wi-Fi;How do I connect the tablet to Wi-Fi?