απορρίπτω conjugation in Greek
"απορρίπτω" is a common greek verb meaning "to reject". Below are its conjugations across major tenses.
απορρίπτω
to reject
Ενεστώτας
εγώεγώ απορρίπτω
εσύεσύ απορρίπτεις
αυτός/αυτήαυτός απορρίπτει
εμείςεμείς απορρίπτουμε
εσείςεσείς απορρίπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί απορρίπτουν
Παρατατικός
εγώεγώ απέρριπτα
εσύεσύ απέρριπτες
αυτός/αυτήαυτός απέρριπτε
εμείςεμείς απορρίπταμε
εσείςεσείς απορρίπτατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απέρριπταν
Αόριστος
εγώεγώ απέρριψα
εσύεσύ απέρριψες
αυτός/αυτήαυτός απέρριψε
εμείςεμείς απορρίψαμε
εσείςεσείς απορρίψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απέρριψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα απορρίπτω
εσύεσύ θα απορρίπτεις
αυτός/αυτήαυτός θα απορρίπτει
εμείςεμείς θα απορρίπτουμε
εσείςεσείς θα απορρίπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απορρίπτουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα απορρίψω
εσύεσύ θα απορρίψεις
αυτός/αυτήαυτός θα απορρίψει
εμείςεμείς θα απορρίψουμε
εσείςεσείς θα απορρίψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απορρίψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να απορρίπτω
εσύεσύ να απορρίπτεις
αυτός/αυτήαυτός να απορρίπτει
εμείςεμείς να απορρίπτουμε
εσείςεσείς να απορρίπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απορρίπτουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να απορρίψω
εσύεσύ να απορρίψεις
αυτός/αυτήαυτός να απορρίψει
εμείςεμείς να απορρίψουμε
εσείςεσείς να απορρίψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απορρίψουν
Usages & examples
απορρίπτω μια ιδέαΑπορρίπτω την ιδέα να δουλέψουμε το Σάββατο.I reject the idea of working on Saturday.
απορρίπτω αίτημαΗ τράπεζα απέρριψε το αίτημά μου για δάνειο.The bank rejected my loan application.
απορρίπτεται κάτιΗ ένσταση απορρίπτεται λόγω έλλειψης στοιχείων.The objection is dismissed due to lack of evidence.
απορρίπτω κάποιονΤης ζήτησε να βγουν, αλλά τον απέρριψε ευγενικά.He asked her out, but she politely turned him down.