διακόπτω conjugation in Greek
"διακόπτω" is a common greek verb meaning "to interrupt". Below are its conjugations across major tenses.
διακόπτω
to interrupt
Ενεστώτας
εγώεγώ διακόπτω
εσύεσύ διακόπτεις
αυτός/αυτήαυτός διακόπτει
εμείςεμείς διακόπτουμε
εσείςεσείς διακόπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διακόπτουν
Παρατατικός
εγώεγώ διέκοπτα
εσύεσύ διέκοπτες
αυτός/αυτήαυτός διέκοπτε
εμείςεμείς διακόπταμε
εσείςεσείς διακόπτατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διέκοπταν
Αόριστος
εγώεγώ διέκοψα
εσύεσύ διέκοψες
αυτός/αυτήαυτός διέκοψε
εμείςεμείς διακόψαμε
εσείςεσείς διακόψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διέκοψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διακόπτω
εσύεσύ θα διακόπτεις
αυτός/αυτήαυτός θα διακόπτει
εμείςεμείς θα διακόπτουμε
εσείςεσείς θα διακόπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διακόπτουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διακόψω
εσύεσύ θα διακόψεις
αυτός/αυτήαυτός θα διακόψει
εμείςεμείς θα διακόψουμε
εσείςεσείς θα διακόψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διακόψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διακόπτω
εσύεσύ να διακόπτεις
αυτός/αυτήαυτός να διακόπτει
εμείςεμείς να διακόπτουμε
εσείςεσείς να διακόπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διακόπτουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διακόψω
εσύεσύ να διακόψεις
αυτός/αυτήαυτός να διακόψει
εμείςεμείς να διακόψουμε
εσείςεσείς να διακόψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διακόψουν
Usages & examples
διακόπτω κάποιονΜην με διακόπτεις όταν μιλάω.Don’t interrupt me when I’m speaking.
συγγνώμη που σε διακόπτωΣυγγνώμη που σε διακόπτω, αλλά το τηλέφωνο χτυπάει.Sorry to interrupt, but the phone is ringing.
διακόπτω κάτι (σπουδές, δουλειά κ.λπ.)Αναγκάστηκε να διακόψει τη δουλειά λόγω τραυματισμού.He had to stop work due to an injury.
η σύνδεση διακόπτεταιΗ σύνδεση διακόπτεται κάθε πέντε λεπτά.The connection drops every five minutes.