βάφω conjugation in Greek

"βάφω" is a common greek verb meaning "paint/dye". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
βάφω

paint/dye

Ενεστώτας

εγώεγώ βάφω
εσύεσύ βάφεις
αυτός/αυτήαυτός βάφει
εμείςεμείς βάφουμε
εσείςεσείς βάφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βάφουν

Παρατατικός

εγώεγώ έβαφα
εσύεσύ έβαφες
αυτός/αυτήαυτός έβαφε
εμείςεμείς βάφαμε
εσείςεσείς βάφατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβαφαν

Αόριστος

εγώεγώ έβαψα
εσύεσύ έβαψες
αυτός/αυτήαυτός έβαψε
εμείςεμείς βάψαμε
εσείςεσείς βάψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβαψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα βάφω
εσύεσύ θα βάφεις
αυτός/αυτήαυτός θα βάφει
εμείςεμείς θα βάφουμε
εσείςεσείς θα βάφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βάφουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα βάψω
εσύεσύ θα βάψεις
αυτός/αυτήαυτός θα βάψει
εμείςεμείς θα βάψουμε
εσείςεσείς θα βάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βάψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να βάφω
εσύεσύ να βάφεις
αυτός/αυτήαυτός να βάφει
εμείςεμείς να βάφουμε
εσείςεσείς να βάφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βάφουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να βάψω
εσύεσύ να βάψεις
αυτός/αυτήαυτός να βάψει
εμείςεμείς να βάψουμε
εσείςεσείς να βάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βάψουν

Usages & examples

βάφω κάτιΑύριο θα βάψω τον τοίχο λευκό.Tomorrow I'm going to paint the wall white.
βάφω τα μαλλιά μουΗ Ελένη έβαψε τα μαλλιά της ξανθά.Eleni dyed her hair blonde.
βάφω τα νύχιαΚάθε Παρασκευή βάφω τα νύχια μου κόκκινα.Every Friday I paint my nails red.
το ρούχο βάφειΜην το πλύνεις με τα λευκά, αυτό το μπλουζάκι βάφει.Don't wash it with the whites; this T-shirt bleeds colour.