βοηθάω conjugation in Greek
"βοηθάω" is a common greek verb meaning "to help". Below are its conjugations across major tenses.
βοηθάω
to help
Ενεστώτας
εγώεγώ βοηθάω
εσύεσύ βοηθάς
αυτός/αυτήαυτός βοηθάει
εμείςεμείς βοηθάμε
εσείςεσείς βοηθάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί βοηθάνε
Παρατατικός
εγώεγώ βοηθούσα
εσύεσύ βοηθούσες
αυτός/αυτήαυτός βοηθούσε
εμείςεμείς βοηθούσαμε
εσείςεσείς βοηθούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βοηθούσαν
Αόριστος
εγώεγώ βοήθησα
εσύεσύ βοήθησες
αυτός/αυτήαυτός βοήθησε
εμείςεμείς βοηθήσαμε
εσείςεσείς βοηθήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βοήθησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βοηθάω
εσύεσύ θα βοηθάς
αυτός/αυτήαυτός θα βοηθάει
εμείςεμείς θα βοηθάμε
εσείςεσείς θα βοηθάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βοηθάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βοηθήσω
εσύεσύ θα βοηθήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα βοηθήσει
εμείςεμείς θα βοηθήσουμε
εσείςεσείς θα βοηθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βοηθήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βοηθάω
εσύεσύ να βοηθάς
αυτός/αυτήαυτός να βοηθάει
εμείςεμείς να βοηθάμε
εσείςεσείς να βοηθάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βοηθάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βοηθήσω
εσύεσύ να βοηθήσεις
αυτός/αυτήαυτός να βοηθήσει
εμείςεμείς να βοηθήσουμε
εσείςεσείς να βοηθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βοηθήσουν
Usages & examples
βοηθάω + κάποιονΒοηθάω τον φίλο μου κάθε μέρα.I help my friend every day.
βοηθάω κάποιον να + υποτ.Η Μαρία βοηθάει τον Κώστα να μετακομίσει.Maria helps Kostas move.
βοηθάω σε + ουσιαστικόΜπορείς να με βοηθήσεις σε αυτό το πρόβλημα;Can you help me with this problem?
βοηθάει να + υποτ. (απρόσωπο)Βοηθάει να πίνεις πολύ νερό.It helps to drink plenty of water.