γελάω conjugation in Greek

"γελάω" is a common greek verb meaning "to laugh". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
γελάω

to laugh

Ενεστώτας

εγώεγώ γελάω
εσύεσύ γελάς
αυτός/αυτήαυτός γελάει
εμείςεμείς γελάμε
εσείςεσείς γελάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί γελάνε

Παρατατικός

εγώεγώ γελούσα
εσύεσύ γελούσες
αυτός/αυτήαυτός γελούσε
εμείςεμείς γελούσαμε
εσείςεσείς γελούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γελούσαν

Αόριστος

εγώεγώ γέλασα
εσύεσύ γέλασες
αυτός/αυτήαυτός γέλασε
εμείςεμείς γελάσαμε
εσείςεσείς γελάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γέλασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα γελάω
εσύεσύ θα γελάς
αυτός/αυτήαυτός θα γελάει
εμείςεμείς θα γελάμε
εσείςεσείς θα γελάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γελάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα γελάσω
εσύεσύ θα γελάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γελάσει
εμείςεμείς θα γελάσουμε
εσείςεσείς θα γελάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γελάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να γελάω
εσύεσύ να γελάς
αυτός/αυτήαυτός να γελάει
εμείςεμείς να γελάμε
εσείςεσείς να γελάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γελάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να γελάσω
εσύεσύ να γελάσεις
αυτός/αυτήαυτός να γελάσει
εμείςεμείς να γελάσουμε
εσείςεσείς να γελάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γελάσουν

Usages & examples

γελάω (απλός χρόνος)Όταν βλέπω κωμωδία, γελάω δυνατά.When I watch a comedy, I laugh out loud.
γελάω με + αιτιατικήΓελάω με το αστείο σου κάθε φορά.I laugh at your joke every time.
Μην γελάς! (απαγόρευση)Μην γελάς, μιλάει σοβαρά.Don't laugh, he's being serious.
Με γελάς; (έκφραση έκπληξης)-Τελείωσε ήδη τη δουλειά. -Με γελάς;-He already finished the work. -Are you kidding me?