ετοιμάζω conjugation in Greek
"ετοιμάζω" is a common greek verb meaning "to prepare". Below are its conjugations across major tenses.
ετοιμάζω
to prepare
Ενεστώτας
εγώεγώ ετοιμάζω
εσύεσύ ετοιμάζεις
αυτός/αυτήαυτός ετοιμάζει
εμείςεμείς ετοιμάζουμε
εσείςεσείς ετοιμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ετοιμάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ετοίμαζα
εσύεσύ ετοίμαζες
αυτός/αυτήαυτός ετοίμαζε
εμείςεμείς ετοιμάζαμε
εσείςεσείς ετοιμάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ετοίμαζαν
Αόριστος
εγώεγώ ετοίμασα
εσύεσύ ετοίμασες
αυτός/αυτήαυτός ετοίμασε
εμείςεμείς ετοιμάσαμε
εσείςεσείς ετοιμάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ετοίμασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ετοιμάζω
εσύεσύ θα ετοιμάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ετοιμάζει
εμείςεμείς θα ετοιμάζουμε
εσείςεσείς θα ετοιμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ετοιμάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ετοιμάσω
εσύεσύ θα ετοιμάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ετοιμάσει
εμείςεμείς θα ετοιμάσουμε
εσείςεσείς θα ετοιμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ετοιμάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ετοιμάζω
εσύεσύ να ετοιμάζεις
αυτός/αυτήαυτός να ετοιμάζει
εμείςεμείς να ετοιμάζουμε
εσείςεσείς να ετοιμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ετοιμάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ετοιμάσω
εσύεσύ να ετοιμάσεις
αυτός/αυτήαυτός να ετοιμάσει
εμείςεμείς να ετοιμάσουμε
εσείςεσείς να ετοιμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ετοιμάσουν
Usages & examples
ετοιμάζω κάτιΕτοιμάζω το δείπνο, σε δέκα λεπτά τρώμε.I'm preparing dinner; we're eating in ten minutes.
ετοιμάζω σε κπ κάτιΘα σου ετοιμάσω έναν καφέ.I'll make you a coffee.
ετοιμάζω κπ για + ουσιαστικόΕτοιμάζω τα παιδιά για το σχολείο.I'm getting the kids ready for school.
ετοιμάζω το έδαφοςΟ διευθυντής ετοιμάζει το έδαφος για αλλαγές.The manager is laying the groundwork for changes.