θαυμάζω conjugation in Greek

"θαυμάζω" is a common greek verb meaning "to admire". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
θαυμάζω

to admire

Ενεστώτας

εγώεγώ θαυμάζω
εσύεσύ θαυμάζεις
αυτός/αυτήαυτός θαυμάζει
εμείςεμείς θαυμάζουμε
εσείςεσείς θαυμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θαυμάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ θαύμαζα
εσύεσύ θαύμαζες
αυτός/αυτήαυτός θαύμαζε
εμείςεμείς θαυμάζαμε
εσείςεσείς θαυμάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί θαύμαζαν

Αόριστος

εγώεγώ θαύμασα
εσύεσύ θαύμασες
αυτός/αυτήαυτός θαύμασε
εμείςεμείς θαυμάσαμε
εσείςεσείς θαυμάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί θαύμασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα θαυμάζω
εσύεσύ θα θαυμάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα θαυμάζει
εμείςεμείς θα θαυμάζουμε
εσείςεσείς θα θαυμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα θαυμάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα θαυμάσω
εσύεσύ θα θαυμάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα θαυμάσει
εμείςεμείς θα θαυμάσουμε
εσείςεσείς θα θαυμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα θαυμάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να θαυμάζω
εσύεσύ να θαυμάζεις
αυτός/αυτήαυτός να θαυμάζει
εμείςεμείς να θαυμάζουμε
εσείςεσείς να θαυμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να θαυμάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να θαυμάσω
εσύεσύ να θαυμάσεις
αυτός/αυτήαυτός να θαυμάσει
εμείςεμείς να θαυμάσουμε
εσείςεσείς να θαυμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να θαυμάσουν

Usages & examples

θαυμάζω + κάτι/κάποιονΘαυμάζω αυτόν τον καλλιτέχνη.I admire this artist.
θαυμάζω κάποιον για + ουσιαστικόΤη θαυμάζω για το θάρρος της.I admire her for her courage.
θαυμάζω που + πρότασηΘαυμάζω που δεν κουράζεσαι ποτέ.I'm amazed that you never get tired.
θαυμάζω πόσο/πώς + πρότασηΘαυμάζω πόσο γρήγορα μαθαίνεις.I'm amazed at how quickly you learn.