κάνω conjugation in Greek
"κάνω" is a common greek verb meaning "to do; to make". Below are its conjugations across major tenses.
κάνω
to do; to make
Ενεστώτας
εγώεγώ κάνω
εσύεσύ κάνεις
αυτός/αυτήαυτός κάνει
εμείςεμείς κάνουμε
εσείςεσείς κάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κάνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έκανα
εσύεσύ έκανες
αυτός/αυτήαυτός έκανε
εμείςεμείς κάναμε
εσείςεσείς κάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκαναν
Αόριστος
εγώεγώ έκανα
εσύεσύ έκανες
αυτός/αυτήαυτός έκανε
εμείςεμείς κάναμε
εσείςεσείς κάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκαναν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κάνω
εσύεσύ θα κάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κάνει
εμείςεμείς θα κάνουμε
εσείςεσείς θα κάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κάνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κάνω
εσύεσύ θα κάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κάνει
εμείςεμείς θα κάνουμε
εσείςεσείς θα κάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κάνουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κάνω
εσύεσύ να κάνεις
αυτός/αυτήαυτός να κάνει
εμείςεμείς να κάνουμε
εσείςεσείς να κάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κάνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κάνω
εσύεσύ να κάνεις
αυτός/αυτήαυτός να κάνει
εμείςεμείς να κάνουμε
εσείςεσείς να κάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κάνουν
Usages & examples
κάνω κάτιΚάνω τα ψώνια μου και γυρίζω.I’ll do my shopping and come back.
κάνει ζέστη/κρύοΣήμερα κάνει πολύ κρύο, πάρε παλτό.It’s very cold today, take a coat.
πόσο κάνει;Πόσο κάνει αυτό το ψωμί;How much does this bread cost?
κάνω + δραστηριότηταΚάθε πρωί κάνω γυμναστική για μισή ώρα.Every morning I work out for half an hour.