χάνω conjugation in Greek

"χάνω" is a common greek verb meaning "to lose". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χάνω

to lose

Ενεστώτας

εγώεγώ χάνω
εσύεσύ χάνεις
αυτός/αυτήαυτός χάνει
εμείςεμείς χάνουμε
εσείςεσείς χάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χάνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έχανα
εσύεσύ έχανες
αυτός/αυτήαυτός έχανε
εμείςεμείς χάναμε
εσείςεσείς χάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχαναν

Αόριστος

εγώεγώ έχασα
εσύεσύ έχασες
αυτός/αυτήαυτός έχασε
εμείςεμείς χάσαμε
εσείςεσείς χάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χάνω
εσύεσύ θα χάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα χάνει
εμείςεμείς θα χάνουμε
εσείςεσείς θα χάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χάνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χάσω
εσύεσύ θα χάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χάσει
εμείςεμείς θα χάσουμε
εσείςεσείς θα χάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χάνω
εσύεσύ να χάνεις
αυτός/αυτήαυτός να χάνει
εμείςεμείς να χάνουμε
εσείςεσείς να χάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χάνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χάσω
εσύεσύ να χάσεις
αυτός/αυτήαυτός να χάσει
εμείςεμείς να χάσουμε
εσείςεσείς να χάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χάσουν

Usages & examples

χάνω κάτιΈχασα τα κλειδιά μου πάλι.I lost my keys again.
χάνω το λεωφορείο/τρένοΈχασα το τρένο κι αργώ στη δουλειά.I missed the train and I'm late for work.
χάνω βάροςΠροσπαθώ να χάσω πέντε κιλά πριν το καλοκαίρι.I'm trying to lose five kilos before summer.
χάνω χρόνοΜην χάνεις χρόνο στα social media.Don't waste time on social media.