κλέβω conjugation in Greek

"κλέβω" is a common greek verb meaning "steal". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κλέβω

steal

Ενεστώτας

εγώεγώ κλέβω
εσύεσύ κλέβεις
αυτός/αυτήαυτός κλέβει
εμείςεμείς κλέβουμε
εσείςεσείς κλέβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλέβουν

Παρατατικός

εγώεγώ έκλεβα
εσύεσύ έκλεβες
αυτός/αυτήαυτός έκλεβε
εμείςεμείς κλέβαμε
εσείςεσείς κλέβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκλεβαν

Αόριστος

εγώεγώ έκλεψα
εσύεσύ έκλεψες
αυτός/αυτήαυτός έκλεψε
εμείςεμείς κλέψαμε
εσείςεσείς κλέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκλεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κλέβω
εσύεσύ θα κλέβεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλέβει
εμείςεμείς θα κλέβουμε
εσείςεσείς θα κλέβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλέβουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κλέψω
εσύεσύ θα κλέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλέψει
εμείςεμείς θα κλέψουμε
εσείςεσείς θα κλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κλέβω
εσύεσύ να κλέβεις
αυτός/αυτήαυτός να κλέβει
εμείςεμείς να κλέβουμε
εσείςεσείς να κλέβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλέβουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κλέψω
εσύεσύ να κλέψεις
αυτός/αυτήαυτός να κλέψει
εμείςεμείς να κλέψουμε
εσείςεσείς να κλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλέψουν

Usages & examples

κλέβω κάτιΚάποιος έκλεψε το ποδήλατό μου.Someone stole my bike.
κλέβω κάτι από κάποιονΈκλεψε χρήματα από την αδερφή του.He stole money from his sister.
κλέβω την παράστασηΗ μικρή έκλεψε την παράσταση στο πάρτι.The little girl stole the show at the party.
κλέβω χρόνοΘα κλέψω λίγα λεπτά για έναν καφέ.I'll steal a few minutes for a coffee.