κρύβω conjugation in Greek
"κρύβω" is a common greek verb meaning "to hide". Below are its conjugations across major tenses.
κρύβω
to hide
Ενεστώτας
εγώεγώ κρύβω
εσύεσύ κρύβεις
αυτός/αυτήαυτός κρύβει
εμείςεμείς κρύβουμε
εσείςεσείς κρύβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρύβουν
Παρατατικός
εγώεγώ έκρυβα
εσύεσύ έκρυβες
αυτός/αυτήαυτός έκρυβε
εμείςεμείς κρύβαμε
εσείςεσείς κρύβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκρυβαν
Αόριστος
εγώεγώ έκρυψα
εσύεσύ έκρυψες
αυτός/αυτήαυτός έκρυψε
εμείςεμείς κρύψαμε
εσείςεσείς κρύψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκρυψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κρύβω
εσύεσύ θα κρύβεις
αυτός/αυτήαυτός θα κρύβει
εμείςεμείς θα κρύβουμε
εσείςεσείς θα κρύβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρύβουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κρύψω
εσύεσύ θα κρύψεις
αυτός/αυτήαυτός θα κρύψει
εμείςεμείς θα κρύψουμε
εσείςεσείς θα κρύψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρύψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κρύβω
εσύεσύ να κρύβεις
αυτός/αυτήαυτός να κρύβει
εμείςεμείς να κρύβουμε
εσείςεσείς να κρύβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρύβουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κρύψω
εσύεσύ να κρύψεις
αυτός/αυτήαυτός να κρύψει
εμείςεμείς να κρύψουμε
εσείςεσείς να κρύψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρύψουν
Usages & examples
κρύβω κάτιΚρύβω τα κλειδιά κάτω από το χαλί.I hide the keys under the rug.
κρύβω κάτι από κάποιονΜου κρύβεις κάτι από τη μαμά;Are you hiding something from mom?
δεν κρύβω ότι + πρότασηΔεν κρύβω ότι ανησυχώ για το τεστ.I won’t hide that I’m worried about the test.
κρύβω το πρόσωπό μουΈβαλε τη μάσκα και έκρυψε το πρόσωπό του.He put on the mask and hid his face.