κουβαλάω conjugation in Greek
"κουβαλάω" is a common greek verb meaning "to carry". Below are its conjugations across major tenses.
κουβαλάω
to carry
Ενεστώτας
εγώεγώ κουβαλάω
εσύεσύ κουβαλάς
αυτός/αυτήαυτός κουβαλάει
εμείςεμείς κουβαλάμε
εσείςεσείς κουβαλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουβαλάνε
Παρατατικός
εγώεγώ κουβαλούσα
εσύεσύ κουβαλούσες
αυτός/αυτήαυτός κουβαλούσε
εμείςεμείς κουβαλούσαμε
εσείςεσείς κουβαλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουβαλούσαν
Αόριστος
εγώεγώ κουβάλησα
εσύεσύ κουβάλησες
αυτός/αυτήαυτός κουβάλησε
εμείςεμείς κουβαλήσαμε
εσείςεσείς κουβαλήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουβάλησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κουβαλάω
εσύεσύ θα κουβαλάς
αυτός/αυτήαυτός θα κουβαλάει
εμείςεμείς θα κουβαλάμε
εσείςεσείς θα κουβαλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουβαλάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κουβαλήσω
εσύεσύ θα κουβαλήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουβαλήσει
εμείςεμείς θα κουβαλήσουμε
εσείςεσείς θα κουβαλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουβαλήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κουβαλάω
εσύεσύ να κουβαλάς
αυτός/αυτήαυτός να κουβαλάει
εμείςεμείς να κουβαλάμε
εσείςεσείς να κουβαλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουβαλάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κουβαλήσω
εσύεσύ να κουβαλήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κουβαλήσει
εμείςεμείς να κουβαλήσουμε
εσείςεσείς να κουβαλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουβαλήσουν
Usages & examples
κουβαλάω κάτι (φυσικό αντικείμενο)Μπορείς να κουβαλήσεις το κουτί μέχρι την αποθήκη;Can you carry the box to the storage room?
κουβαλάω τύψεις/άγχος κτλ.Κουβαλάει ενοχές για ό,τι συνέβη.He carries guilt about what happened.
κουβαλάω κάποιον (τον σέρνω κάπου)Με κουβάλησε η Ελένη στο mall όλο το απόγευμα.Eleni dragged me to the mall all afternoon.
κουβαλάω την ομάδα (slang)Στο ματς μας κουβάλησε ο τερματοφύλακας.In the match the goalkeeper carried us.