κουνάω conjugation in Greek

"κουνάω" is a common greek verb meaning "to move; to shake". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κουνάω

to move; to shake

Ενεστώτας

εγώεγώ κουνάω
εσύεσύ κουνάς
αυτός/αυτήαυτός κουνάει
εμείςεμείς κουνάμε
εσείςεσείς κουνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουνάνε

Παρατατικός

εγώεγώ κούναγα
εσύεσύ κούναγες
αυτός/αυτήαυτός κούναγε
εμείςεμείς κουνάγαμε
εσείςεσείς κουνάγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουνάγανε

Αόριστος

εγώεγώ κούνησα
εσύεσύ κούνησες
αυτός/αυτήαυτός κούνησε
εμείςεμείς κουνήσαμε
εσείςεσείς κουνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κούνησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κουνάω
εσύεσύ θα κουνάς
αυτός/αυτήαυτός θα κουνάει
εμείςεμείς θα κουνάμε
εσείςεσείς θα κουνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουνάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κουνήσω
εσύεσύ θα κουνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουνήσει
εμείςεμείς θα κουνήσουμε
εσείςεσείς θα κουνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουνήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κουνάω
εσύεσύ να κουνάς
αυτός/αυτήαυτός να κουνάει
εμείςεμείς να κουνάμε
εσείςεσείς να κουνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουνάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κουνήσω
εσύεσύ να κουνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κουνήσει
εμείςεμείς να κουνήσουμε
εσείςεσείς να κουνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουνήσουν

Usages & examples

κουνάω + αντικείμενοΜην κουνάς το τραπέζι, παρακαλώ.Please don’t shake the table.
κουνάω το κεφάλιΚούνησα το κεφάλι μου για να δείξω ότι συμφωνώ.I nodded my head to show I agree.
κουνάω το χέρι (σε κάποιον)Του κούνησα το χέρι από μακριά.I waved at him from afar.
κουνάω το μωρόΚούνα λίγο το μωρό για να αποκοιμηθεί.Rock the baby a bit so it falls asleep.