λατρεύω conjugation in Greek

"λατρεύω" is a common greek verb meaning "adore/love". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
λατρεύω

adore/love

Ενεστώτας

εγώεγώ λατρεύω
εσύεσύ λατρεύεις
αυτός/αυτήαυτός λατρεύει
εμείςεμείς λατρεύουμε
εσείςεσείς λατρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί λατρεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ λάτρευα
εσύεσύ λάτρευες
αυτός/αυτήαυτός λάτρευε
εμείςεμείς λατρεύαμε
εσείςεσείς λατρεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λάτρευαν

Αόριστος

εγώεγώ λάτρεψα
εσύεσύ λάτρεψες
αυτός/αυτήαυτός λάτρεψε
εμείςεμείς λατρέψαμε
εσείςεσείς λατρέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λάτρεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα λατρεύω
εσύεσύ θα λατρεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα λατρεύει
εμείςεμείς θα λατρεύουμε
εσείςεσείς θα λατρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λατρεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα λατρέψω
εσύεσύ θα λατρέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα λατρέψει
εμείςεμείς θα λατρέψουμε
εσείςεσείς θα λατρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λατρέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να λατρεύω
εσύεσύ να λατρεύεις
αυτός/αυτήαυτός να λατρεύει
εμείςεμείς να λατρεύουμε
εσείςεσείς να λατρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λατρεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να λατρέψω
εσύεσύ να λατρέψεις
αυτός/αυτήαυτός να λατρέψει
εμείςεμείς να λατρέψουμε
εσείςεσείς να λατρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λατρέψουν

Usages & examples

λατρεύω + αντικείμενο/φαγητόΛατρεύω τον καφέ το πρωί.I love coffee in the morning.
λατρεύω να + ρήμαΛατρεύω να βλέπω παλιές ταινίες τα βράδια.I love watching old movies at night.
Σε/Τον/Την λατρεύωΣε λατρεύω, το ξέρεις;I adore you, you know that?
λατρεύω + θεότηταΟι πιστοί λατρεύουν τον Θεό στην εκκλησία.The faithful worship God in church.