μαγειρεύω conjugation in Greek
"μαγειρεύω" is a common greek verb meaning "to cook". Below are its conjugations across major tenses.
μαγειρεύω
to cook
Ενεστώτας
εγώεγώ μαγειρεύω
εσύεσύ μαγειρεύεις
αυτός/αυτήαυτός μαγειρεύει
εμείςεμείς μαγειρεύουμε
εσείςεσείς μαγειρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μαγειρεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ μαγείρευα
εσύεσύ μαγείρευες
αυτός/αυτήαυτός μαγείρευε
εμείςεμείς μαγειρεύαμε
εσείςεσείς μαγειρεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μαγείρευαν
Αόριστος
εγώεγώ μαγείρεψα
εσύεσύ μαγείρεψες
αυτός/αυτήαυτός μαγείρεψε
εμείςεμείς μαγειρέψαμε
εσείςεσείς μαγειρέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μαγείρεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μαγειρεύω
εσύεσύ θα μαγειρεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα μαγειρεύει
εμείςεμείς θα μαγειρεύουμε
εσείςεσείς θα μαγειρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μαγειρεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μαγειρέψω
εσύεσύ θα μαγειρέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα μαγειρέψει
εμείςεμείς θα μαγειρέψουμε
εσείςεσείς θα μαγειρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μαγειρέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μαγειρεύω
εσύεσύ να μαγειρεύεις
αυτός/αυτήαυτός να μαγειρεύει
εμείςεμείς να μαγειρεύουμε
εσείςεσείς να μαγειρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μαγειρεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μαγειρέψω
εσύεσύ να μαγειρέψεις
αυτός/αυτήαυτός να μαγειρέψει
εμείςεμείς να μαγειρέψουμε
εσείςεσείς να μαγειρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μαγειρέψουν
Usages & examples
μαγειρεύω κάτιΣήμερα μαγειρεύω μακαρόνια.Today I'm cooking pasta.
μαγειρεύω για κάποιονΚάθε Κυριακή μαγειρεύω για τους φίλους μου.Every Sunday I cook for my friends.
έχω μαγειρέψειΜην παραγγέλνεις, έχω ήδη μαγειρέψει.Don't order food, I've already cooked.
μαγειρεύω τα στοιχείαΛένε ότι η εταιρεία μαγείρεψε τα νούμερα.They say the company cooked the numbers.