μετακομίζω conjugation in Greek
"μετακομίζω" is a common greek verb meaning "to move house". Below are its conjugations across major tenses.
μετακομίζω
to move house
Ενεστώτας
εγώεγώ μετακομίζω
εσύεσύ μετακομίζεις
αυτός/αυτήαυτός μετακομίζει
εμείςεμείς μετακομίζουμε
εσείςεσείς μετακομίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μετακομίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ μετακόμιζα
εσύεσύ μετακόμιζες
αυτός/αυτήαυτός μετακόμιζε
εμείςεμείς μετακομίζαμε
εσείςεσείς μετακομίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μετακόμιζαν
Αόριστος
εγώεγώ μετακόμισα
εσύεσύ μετακόμισες
αυτός/αυτήαυτός μετακόμισε
εμείςεμείς μετακομίσαμε
εσείςεσείς μετακομίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μετακόμισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μετακομίζω
εσύεσύ θα μετακομίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα μετακομίζει
εμείςεμείς θα μετακομίζουμε
εσείςεσείς θα μετακομίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μετακομίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μετακομίσω
εσύεσύ θα μετακομίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μετακομίσει
εμείςεμείς θα μετακομίσουμε
εσείςεσείς θα μετακομίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μετακομίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μετακομίζω
εσύεσύ να μετακομίζεις
αυτός/αυτήαυτός να μετακομίζει
εμείςεμείς να μετακομίζουμε
εσείςεσείς να μετακομίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μετακομίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μετακομίσω
εσύεσύ να μετακομίσεις
αυτός/αυτήαυτός να μετακομίσει
εμείςεμείς να μετακομίσουμε
εσείςεσείς να μετακομίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μετακομίσουν
Usages & examples
μετακομίζω σε + μέροςΜετακομίζω σε καινούριο διαμέρισμα τον Μάιο.I’m moving to a new apartment in May.
μετακομίζω από... σε...Ο Κώστας μετακόμισε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα πέρυσι.Kostas moved from Thessaloniki to Athens last year.
μετακομίζω μαζί με + πρόσωποΣκέφτομαι να μετακομίσω μαζί με την Ελένη.I’m thinking of moving in with Eleni.
μετακομίζω κάτιΜετακομίσαμε όλα τα κουτιά στο γκαράζ.We moved all the boxes to the garage.