νομίζω conjugation in Greek
"νομίζω" is a common greek verb meaning "to think; to believe". Below are its conjugations across major tenses.
νομίζω
to think; to believe
Ενεστώτας
εγώεγώ νομίζω
εσύεσύ νομίζεις
αυτός/αυτήαυτός νομίζει
εμείςεμείς νομίζουμε
εσείςεσείς νομίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί νομίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ νόμιζα
εσύεσύ νόμιζες
αυτός/αυτήαυτός νόμιζε
εμείςεμείς νομίζαμε
εσείςεσείς νομίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί νόμιζαν
Αόριστος
εγώεγώ νόμισα
εσύεσύ νόμισες
αυτός/αυτήαυτός νόμισε
εμείςεμείς νομίσαμε
εσείςεσείς νομίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί νόμισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα νομίζω
εσύεσύ θα νομίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα νομίζει
εμείςεμείς θα νομίζουμε
εσείςεσείς θα νομίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νομίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα νομίσω
εσύεσύ θα νομίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα νομίσει
εμείςεμείς θα νομίσουμε
εσείςεσείς θα νομίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νομίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να νομίζω
εσύεσύ να νομίζεις
αυτός/αυτήαυτός να νομίζει
εμείςεμείς να νομίζουμε
εσείςεσείς να νομίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νομίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να νομίσω
εσύεσύ να νομίσεις
αυτός/αυτήαυτός να νομίσει
εμείςεμείς να νομίσουμε
εσείςεσείς να νομίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νομίσουν
Usages & examples
νομίζω ότι + πρότασηΝομίζω ότι έχεις δίκιο.I think that you’re right.
τι νομίζεις; (+ ερώτηση)Τι νομίζεις, να φύγουμε τώρα ή μετά;What do you think, should we leave now or later?
δεν νομίζω να + υποτ.Δεν νομίζω να βρέξει απόψε.I don’t think it will rain tonight.
νομίζω κάποιον/κάτι + επίθετοΤον νομίζουν πολύ έξυπνο.They consider him very smart.