οργανώνω conjugation in Greek
"οργανώνω" is a common greek verb meaning "to organize". Below are its conjugations across major tenses.
οργανώνω
to organize
Ενεστώτας
εγώεγώ οργανώνω
εσύεσύ οργανώνεις
αυτός/αυτήαυτός οργανώνει
εμείςεμείς οργανώνουμε
εσείςεσείς οργανώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί οργανώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ οργάνωνα
εσύεσύ οργάνωνες
αυτός/αυτήαυτός οργάνωνε
εμείςεμείς οργανώναμε
εσείςεσείς οργανώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί οργάνωναν
Αόριστος
εγώεγώ οργάνωσα
εσύεσύ οργάνωσες
αυτός/αυτήαυτός οργάνωσε
εμείςεμείς οργανώσαμε
εσείςεσείς οργανώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί οργάνωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα οργανώνω
εσύεσύ θα οργανώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα οργανώνει
εμείςεμείς θα οργανώνουμε
εσείςεσείς θα οργανώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα οργανώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα οργανώσω
εσύεσύ θα οργανώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα οργανώσει
εμείςεμείς θα οργανώσουμε
εσείςεσείς θα οργανώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα οργανώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να οργανώνω
εσύεσύ να οργανώνεις
αυτός/αυτήαυτός να οργανώνει
εμείςεμείς να οργανώνουμε
εσείςεσείς να οργανώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να οργανώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να οργανώσω
εσύεσύ να οργανώσεις
αυτός/αυτήαυτός να οργανώσει
εμείςεμείς να οργανώσουμε
εσείςεσείς να οργανώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να οργανώσουν
Usages & examples
οργανώνω κάτιΠρέπει να οργανώσω τα αρχεία μου πριν τα στείλω.I have to organize my files before I send them.
οργανώνω εκδήλωσηΟ Γιώργος οργανώνει ένα πάρτι γενεθλίων για την αδερφή του.George is organizing a birthday party for his sister.
οργανώνω τον χρόνο μουΠροσπαθώ να οργανώσω καλύτερα τον χρόνο μου στη δουλειά.I'm trying to manage my time at work better.
οργανώνω ανθρώπουςΗ δασκάλα οργάνωσε τους μαθητές σε μικρές ομάδες.The teacher organized the students into small groups.