στεγνώνω conjugation in Greek
"στεγνώνω" is a common greek verb meaning "dry". Below are its conjugations across major tenses.
στεγνώνω
dry
Ενεστώτας
εγώεγώ στεγνώνω
εσύεσύ στεγνώνεις
αυτός/αυτήαυτός στεγνώνει
εμείςεμείς στεγνώνουμε
εσείςεσείς στεγνώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί στεγνώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ στέγνωνα
εσύεσύ στέγνωνες
αυτός/αυτήαυτός στέγνωνε
εμείςεμείς στεγνώναμε
εσείςεσείς στεγνώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί στέγνωναν
Αόριστος
εγώεγώ στέγνωσα
εσύεσύ στέγνωσες
αυτός/αυτήαυτός στέγνωσε
εμείςεμείς στεγνώσαμε
εσείςεσείς στεγνώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί στέγνωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα στεγνώνω
εσύεσύ θα στεγνώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα στεγνώνει
εμείςεμείς θα στεγνώνουμε
εσείςεσείς θα στεγνώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στεγνώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα στεγνώσω
εσύεσύ θα στεγνώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα στεγνώσει
εμείςεμείς θα στεγνώσουμε
εσείςεσείς θα στεγνώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στεγνώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να στεγνώνω
εσύεσύ να στεγνώνεις
αυτός/αυτήαυτός να στεγνώνει
εμείςεμείς να στεγνώνουμε
εσείςεσείς να στεγνώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στεγνώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να στεγνώσω
εσύεσύ να στεγνώσεις
αυτός/αυτήαυτός να στεγνώσει
εμείςεμείς να στεγνώσουμε
εσείςεσείς να στεγνώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στεγνώσουν
Usages & examples
στεγνώνω κάτιΣτεγνώνω τα πιάτα με μια καθαρή πετσέτα.I dry the dishes with a clean towel.
κάτι στεγνώνειΗ μπογιά στεγνώνει σε δέκα λεπτά.The paint dries in ten minutes.
στεγνώνω από + ουσ.Έχω στεγνώσει από λεφτά αυτή την εβδομάδα.I've run out of money this week.