παρατηρώ conjugation in Greek
"παρατηρώ" is a common greek verb meaning "to notice; to observe". Below are its conjugations across major tenses.
παρατηρώ
to notice; to observe
Ενεστώτας
εγώεγώ παρατηρώ
εσύεσύ παρατηρείς
αυτός/αυτήαυτός παρατηρεί
εμείςεμείς παρατηρούμε
εσείςεσείς παρατηρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρατηρούν
Παρατατικός
εγώεγώ παρατηρούσα
εσύεσύ παρατηρούσες
αυτός/αυτήαυτός παρατηρούσε
εμείςεμείς παρατηρούσαμε
εσείςεσείς παρατηρούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρατηρούσαν
Αόριστος
εγώεγώ παρατήρησα
εσύεσύ παρατήρησες
αυτός/αυτήαυτός παρατήρησε
εμείςεμείς παρατηρήσαμε
εσείςεσείς παρατήρησατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρατήρησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα παρατηρώ
εσύεσύ θα παρατηρείς
αυτός/αυτήαυτός θα παρατηρεί
εμείςεμείς θα παρατηρούμε
εσείςεσείς θα παρατηρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρατηρούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα παρατηρήσω
εσύεσύ θα παρατηρήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα παρατηρήσει
εμείςεμείς θα παρατηρήσουμε
εσείςεσείς θα παρατηρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρατηρήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να παρατηρώ
εσύεσύ να παρατηρείς
αυτός/αυτήαυτός να παρατηρεί
εμείςεμείς να παρατηρούμε
εσείςεσείς να παρατηρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρατηρούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να παρατηρήσω
εσύεσύ να παρατηρήσεις
αυτός/αυτήαυτός να παρατηρήσει
εμείςεμείς να παρατηρήσουμε
εσείςεσείς να παρατηρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρατηρήσουν
Usages & examples
παρατηρώ + αντικείμενοΠαρατήρησα μια παράξενη μυρωδιά στο δωμάτιο.I noticed a strange smell in the room.
παρατηρώ ότι + πρότασηΠαρατηρώ ότι τελευταία κοιμάσαι λιγότερο.I notice that lately you sleep less.
παρατηρώ κάποιον να + ρήμαΤον παρατήρησα να μιλάει μόνος του.I observed him talking to himself.
παρατηρώ σε κάποιον (για κάτι)Η προϊσταμένη μου παρατήρησε που άργησα στη δουλειά.My supervisor scolded me for being late to work.