πατάω conjugation in Greek

"πατάω" is a common greek verb meaning "to step on; to press". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πατάω

to step on; to press

Ενεστώτας

εγώεγώ πατάω
εσύεσύ πατάς
αυτός/αυτήαυτός πατάει
εμείςεμείς πατάμε
εσείςεσείς πατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί πατάνε

Παρατατικός

εγώεγώ πατούσα
εσύεσύ πατούσες
αυτός/αυτήαυτός πατούσε
εμείςεμείς πατούσαμε
εσείςεσείς πατούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πατούσαν

Αόριστος

εγώεγώ πάτησα
εσύεσύ πάτησες
αυτός/αυτήαυτός πάτησε
εμείςεμείς πατήσαμε
εσείςεσείς πατήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάτησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πατάω
εσύεσύ θα πατάς
αυτός/αυτήαυτός θα πατάει
εμείςεμείς θα πατάμε
εσείςεσείς θα πατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πατάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πατήσω
εσύεσύ θα πατήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πατήσει
εμείςεμείς θα πατήσουμε
εσείςεσείς θα πατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πατήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πατάω
εσύεσύ να πατάς
αυτός/αυτήαυτός να πατάει
εμείςεμείς να πατάμε
εσείςεσείς να πατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πατάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πατήσω
εσύεσύ να πατήσεις
αυτός/αυτήαυτός να πατήσει
εμείςεμείς να πατήσουμε
εσείςεσείς να πατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πατήσουν

Usages & examples

πατάω κάτι (με το πόδι)Μη πατάς το γρασίδι, είναι βρεγμένο.Don't step on the grass, it's wet.
πατάω το κουμπί/φρένοΠάτησε το κουμπί για να ανάψει το φως.Press the button to turn on the light.
πατάω καλάΜετά τη φυσικοθεραπεία πατάει ξανά καλά στο πόδι του.After the physiotherapy, he is steady on his foot again.
πατάω σε κάτιΤο σχέδιό μας πατάει σε πραγματικά δεδομένα.Our plan is based on real data.