πουλάω conjugation in Greek

"πουλάω" is a common greek verb meaning "to sell". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πουλάω

to sell

Ενεστώτας

εγώεγώ πουλάω
εσύεσύ πουλάς
αυτός/αυτήαυτός πουλάει
εμείςεμείς πουλάμε
εσείςεσείς πουλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί πουλάνε

Παρατατικός

εγώεγώ πουλούσα
εσύεσύ πουλούσες
αυτός/αυτήαυτός πουλούσε
εμείςεμείς πουλούσαμε
εσείςεσείς πουλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πουλούσαν

Αόριστος

εγώεγώ πούλησα
εσύεσύ πούλησες
αυτός/αυτήαυτός πούλησε
εμείςεμείς πουλήσαμε
εσείςεσείς πουλήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πούλησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πουλάω
εσύεσύ θα πουλάς
αυτός/αυτήαυτός θα πουλάει
εμείςεμείς θα πουλάμε
εσείςεσείς θα πουλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πουλάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πουλήσω
εσύεσύ θα πουλήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πουλήσει
εμείςεμείς θα πουλήσουμε
εσείςεσείς θα πουλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πουλήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πουλάω
εσύεσύ να πουλάς
αυτός/αυτήαυτός να πουλάει
εμείςεμείς να πουλάμε
εσείςεσείς να πουλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πουλάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πουλήσω
εσύεσύ να πουλήσεις
αυτός/αυτήαυτός να πουλήσει
εμείςεμείς να πουλήσουμε
εσείςεσείς να πουλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πουλήσουν

Usages & examples

πουλάω + αντικείμενοΗ Ελένη πουλάει το παλιό της αυτοκίνητο.Eleni is selling her old car.
πουλάω κάτι σε κάποιονΟ Γιώργος πούλησε το σπίτι του σε έναν φίλο.Giorgos sold his house to a friend.
πουλάω ακριβά/φτηνάΤο κατάστημα πουλάει ακριβά τα ρούχα του.The store sells its clothes for a high price.
πουλάω μούρηΜην πουλάς μούρη με το καινούριο σου κινητό.Don’t show off with your new phone.