προσέχω conjugation in Greek
"προσέχω" is a common greek verb meaning "pay attention / take care". Below are its conjugations across major tenses.
προσέχω
pay attention / take care
Ενεστώτας
εγώεγώ προσέχω
εσύεσύ προσέχεις
αυτός/αυτήαυτός προσέχει
εμείςεμείς προσέχουμε
εσείςεσείς προσέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσέχουν
Παρατατικός
εγώεγώ πρόσεχα
εσύεσύ πρόσεχες
αυτός/αυτήαυτός πρόσεχε
εμείςεμείς προσέχαμε
εσείςεσείς προσέχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πρόσεχαν
Αόριστος
εγώεγώ πρόσεξα
εσύεσύ πρόσεξες
αυτός/αυτήαυτός πρόσεξε
εμείςεμείς προσέξαμε
εσείςεσείς προσέξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πρόσεξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα προσέχω
εσύεσύ θα προσέχεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσέχει
εμείςεμείς θα προσέχουμε
εσείςεσείς θα προσέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσέχουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα προσέξω
εσύεσύ θα προσέξεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσέξει
εμείςεμείς θα προσέξουμε
εσείςεσείς θα προσέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσέξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να προσέχω
εσύεσύ να προσέχεις
αυτός/αυτήαυτός να προσέχει
εμείςεμείς να προσέχουμε
εσείςεσείς να προσέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσέχουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να προσέξω
εσύεσύ να προσέξεις
αυτός/αυτήαυτός να προσέξει
εμείςεμείς να προσέξουμε
εσείςεσείς να προσέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσέξουν
Usages & examples
προσέχω κάτιΠροσέχω τη διατροφή μου τελευταία.I'm watching my diet lately.
προσέχω να μην…Προσέχω να μην κάνω λάθη στο email.I make sure not to make mistakes in the email.
προσέχω κάποιονΜπορείς να προσέχεις τον σκύλο όσο λείπω;Can you look after the dog while I'm away?
Πρόσεχε!Πρόσεχε, το πάτωμα γλιστράει!Watch out, the floor is slippery!