ρίχνω conjugation in Greek
"ρίχνω" is a common greek verb meaning "to throw; to drop". Below are its conjugations across major tenses.
ρίχνω
to throw; to drop
Ενεστώτας
εγώεγώ ρίχνω
εσύεσύ ρίχνεις
αυτός/αυτήαυτός ρίχνει
εμείςεμείς ρίχνουμε
εσείςεσείς ρίχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ρίχνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έριχνα
εσύεσύ έριχνες
αυτός/αυτήαυτός έριχνε
εμείςεμείς ρίχναμε
εσείςεσείς ρίχνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έριχναν
Αόριστος
εγώεγώ έριξα
εσύεσύ έριξες
αυτός/αυτήαυτός έριξε
εμείςεμείς ρίξαμε
εσείςεσείς ρίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έριξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ρίχνω
εσύεσύ θα ρίχνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ρίχνει
εμείςεμείς θα ρίχνουμε
εσείςεσείς θα ρίχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ρίχνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ρίξω
εσύεσύ θα ρίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα ρίξει
εμείςεμείς θα ρίξουμε
εσείςεσείς θα ρίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ρίξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ρίχνω
εσύεσύ να ρίχνεις
αυτός/αυτήαυτός να ρίχνει
εμείςεμείς να ρίχνουμε
εσείςεσείς να ρίχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ρίχνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ρίξω
εσύεσύ να ρίξεις
αυτός/αυτήαυτός να ρίξει
εμείςεμείς να ρίξουμε
εσείςεσείς να ρίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ρίξουν
Usages & examples
ρίχνω κάτιΜην ρίχνεις πέτρες στο παράθυρο.Don't throw stones at the window.
ρίχνω λίγο + υλικό + σεΡίξε λίγο αλάτι στη σούπα.Add a little salt to the soup.
ρίχνω μια ματιάΡίξε μια ματιά στο email σου.Take a quick look at your email.
ρίχνω το φταίξιμο σεΠάντα μου ρίχνει το φταίξιμο για όλα.He always puts the blame on me for everything.