ρυθμίζω conjugation in Greek
"ρυθμίζω" is a common greek verb meaning "adjust". Below are its conjugations across major tenses.
ρυθμίζω
adjust
Ενεστώτας
εγώεγώ ρυθμίζω
εσύεσύ ρυθμίζεις
αυτός/αυτήαυτός ρυθμίζει
εμείςεμείς ρυθμίζουμε
εσείςεσείς ρυθμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ρυθμίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ρύθμιζα
εσύεσύ ρύθμιζες
αυτός/αυτήαυτός ρύθμιζε
εμείςεμείς ρυθμίζαμε
εσείςεσείς ρυθμίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ρύθμιζαν
Αόριστος
εγώεγώ ρύθμισα
εσύεσύ ρύθμισες
αυτός/αυτήαυτός ρύθμισε
εμείςεμείς ρυθμίσαμε
εσείςεσείς ρυθμίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ρύθμισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ρυθμίζω
εσύεσύ θα ρυθμίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ρυθμίζει
εμείςεμείς θα ρυθμίζουμε
εσείςεσείς θα ρυθμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ρυθμίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ρυθμίσω
εσύεσύ θα ρυθμίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ρυθμίσει
εμείςεμείς θα ρυθμίσουμε
εσείςεσείς θα ρυθμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ρυθμίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ρυθμίζω
εσύεσύ να ρυθμίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ρυθμίζει
εμείςεμείς να ρυθμίζουμε
εσείςεσείς να ρυθμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ρυθμίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ρυθμίσω
εσύεσύ να ρυθμίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ρυθμίσει
εμείςεμείς να ρυθμίσουμε
εσείςεσείς να ρυθμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ρυθμίσουν
Usages & examples
ρυθμίζω + ένταση/θερμοκρασίαΜπορείς να ρυθμίσεις την ένταση του ήχου, σε παρακαλώ;Can you adjust the volume, please?
ρυθμίζω + χρέος/λογαριασμόΡύθμισα το δάνειό μου με την τράπεζα και πληρώνω δόσεις.I settled my loan with the bank and I pay in installments.
ρυθμίζω + αγορά/κυκλοφορίαΤο κράτος ρυθμίζει τις τιμές των φαρμάκων.The state regulates the prices of medicines.
ρυθμίζω κάτι να + subj.Ρύθμισα το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις εφτά.I set the alarm clock to ring at seven.