σαρώνω conjugation in Greek

"σαρώνω" is a common greek verb meaning "scan/sweep". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
σαρώνω

scan/sweep

Ενεστώτας

εγώεγώ σαρώνω
εσύεσύ σαρώνεις
αυτός/αυτήαυτός σαρώνει
εμείςεμείς σαρώνουμε
εσείςεσείς σαρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σαρώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ σάρωνα
εσύεσύ σάρωνες
αυτός/αυτήαυτός σάρωνε
εμείςεμείς σαρώναμε
εσείςεσείς σαρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σάρωναν

Αόριστος

εγώεγώ σάρωσα
εσύεσύ σάρωσες
αυτός/αυτήαυτός σάρωσε
εμείςεμείς σαρώσαμε
εσείςεσείς σαρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σάρωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα σαρώνω
εσύεσύ θα σαρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα σαρώνει
εμείςεμείς θα σαρώνουμε
εσείςεσείς θα σαρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σαρώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα σαρώσω
εσύεσύ θα σαρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σαρώσει
εμείςεμείς θα σαρώσουμε
εσείςεσείς θα σαρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σαρώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να σαρώνω
εσύεσύ να σαρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να σαρώνει
εμείςεμείς να σαρώνουμε
εσείςεσείς να σαρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σαρώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να σαρώσω
εσύεσύ να σαρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να σαρώσει
εμείςεμείς να σαρώσουμε
εσείςεσείς να σαρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σαρώσουν

Usages & examples

σαρώνω το πάτωμαΜπορείς να σαρώσεις το πάτωμα πριν έρθουν οι καλεσμένοι;Can you sweep the floor before the guests arrive?
ο Χ σαρώνειΗ ομάδα μας σαρώνει στο πρωτάθλημα φέτος.Our team is crushing the league this year.
σαρώνω τα πάνταΗ φωτιά σάρωσε τα πάντα μέσα σε λίγες ώρες.The fire swept everything away in a few hours.
σαρώνω όλο το ... για να βρω ...Έχω σαρώσει όλο το σπίτι για να βρω τα γυαλιά μου.I've searched the whole house to find my glasses.