σηκώνω conjugation in Greek
"σηκώνω" is a common greek verb meaning "to lift; to pick up". Below are its conjugations across major tenses.
σηκώνω
to lift; to pick up
Ενεστώτας
εγώεγώ σηκώνω
εσύεσύ σηκώνεις
αυτός/αυτήαυτός σηκώνει
εμείςεμείς σηκώνουμε
εσείςεσείς σηκώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σηκώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ σήκωνα
εσύεσύ σήκωνες
αυτός/αυτήαυτός σήκωνε
εμείςεμείς σηκώναμε
εσείςεσείς σηκώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σήκωναν
Αόριστος
εγώεγώ σήκωσα
εσύεσύ σήκωσες
αυτός/αυτήαυτός σήκωσε
εμείςεμείς σηκώσαμε
εσείςεσείς σηκώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σήκωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σηκώνω
εσύεσύ θα σηκώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα σηκώνει
εμείςεμείς θα σηκώνουμε
εσείςεσείς θα σηκώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σηκώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σηκώσω
εσύεσύ θα σηκώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σηκώσει
εμείςεμείς θα σηκώσουμε
εσείςεσείς θα σηκώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σηκώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σηκώνω
εσύεσύ να σηκώνεις
αυτός/αυτήαυτός να σηκώνει
εμείςεμείς να σηκώνουμε
εσείςεσείς να σηκώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σηκώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σηκώσω
εσύεσύ να σηκώσεις
αυτός/αυτήαυτός να σηκώσει
εμείςεμείς να σηκώσουμε
εσείςεσείς να σηκώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σηκώσουν
Usages & examples
σηκώνω κάτιΜπορείς να σηκώσεις αυτή τη βαλίτσα;Can you pick up this suitcase?
σηκώνω το τηλέφωνοΜόλις χτύπησε, σήκωσε το τηλέφωνο αμέσως.As soon as it rang, he picked up the phone right away.
σηκώνω τη φωνήΜη μου σηκώνεις τη φωνή!Don't raise your voice at me!
δεν το/τον/τη σηκώνειΤο στομάχι μου δεν σηκώνει άλλο αλκοόλ.My stomach can't handle any more alcohol.