σιδερώνω conjugation in Greek
"σιδερώνω" is a common greek verb meaning "iron". Below are its conjugations across major tenses.
σιδερώνω
iron
Ενεστώτας
εγώεγώ σιδερώνω
εσύεσύ σιδερώνεις
αυτός/αυτήαυτός σιδερώνει
εμείςεμείς σιδερώνουμε
εσείςεσείς σιδερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σιδερώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ σιδέρωνα
εσύεσύ σιδέρωνες
αυτός/αυτήαυτός σιδέρωνε
εμείςεμείς σιδερώναμε
εσείςεσείς σιδερώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σιδέρωναν
Αόριστος
εγώεγώ σιδέρωσα
εσύεσύ σιδέρωσες
αυτός/αυτήαυτός σιδέρωσε
εμείςεμείς σιδερώσαμε
εσείςεσείς σιδερώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σιδέρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σιδερώνω
εσύεσύ θα σιδερώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα σιδερώνει
εμείςεμείς θα σιδερώνουμε
εσείςεσείς θα σιδερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σιδερώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σιδερώσω
εσύεσύ θα σιδερώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σιδερώσει
εμείςεμείς θα σιδερώσουμε
εσείςεσείς θα σιδερώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σιδερώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σιδερώνω
εσύεσύ να σιδερώνεις
αυτός/αυτήαυτός να σιδερώνει
εμείςεμείς να σιδερώνουμε
εσείςεσείς να σιδερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σιδερώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σιδερώσω
εσύεσύ να σιδερώσεις
αυτός/αυτήαυτός να σιδερώσει
εμείςεμείς να σιδερώσουμε
εσείςεσείς να σιδερώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σιδερώσουν
Usages & examples
σιδερώνω + αντικείμενοΣιδερώνω το φόρεμα για το πάρτι.I’m ironing the dress for the party.
πρέπει να σιδερώσωΠρέπει να σιδερώσω τις κουρτίνες σήμερα.I have to iron the curtains today.
θα μου σιδερώσεις…;Θα μου σιδερώσεις αυτό το πουκάμισο;Will you iron this shirt for me?
σιδερώνω πριν + δράσηΣιδερώνω πάντα πριν πάω στη δουλειά.I always iron before I go to work.