στρώνω conjugation in Greek
"στρώνω" is a common greek verb meaning "make (bed) / lay (table)". Below are its conjugations across major tenses.
στρώνω
make (bed) / lay (table)
Ενεστώτας
εγώεγώ στρώνω
εσύεσύ στρώνεις
αυτός/αυτήαυτός στρώνει
εμείςεμείς στρώνουμε
εσείςεσείς στρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί στρώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έστρωνα
εσύεσύ έστρωνες
αυτός/αυτήαυτός έστρωνε
εμείςεμείς στρώναμε
εσείςεσείς στρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστρωναν
Αόριστος
εγώεγώ έστρωσα
εσύεσύ έστρωσες
αυτός/αυτήαυτός έστρωσε
εμείςεμείς στρώσαμε
εσείςεσείς στρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα στρώνω
εσύεσύ θα στρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα στρώνει
εμείςεμείς θα στρώνουμε
εσείςεσείς θα στρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στρώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα στρώσω
εσύεσύ θα στρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα στρώσει
εμείςεμείς θα στρώσουμε
εσείςεσείς θα στρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στρώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να στρώνω
εσύεσύ να στρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να στρώνει
εμείςεμείς να στρώνουμε
εσείςεσείς να στρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στρώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να στρώσω
εσύεσύ να στρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να στρώσει
εμείςεμείς να στρώσουμε
εσείςεσείς να στρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στρώσουν
Usages & examples
στρώνω το κρεβάτιΣτρώνω πάντα το κρεβάτι μου μόλις ξυπνήσω.I always make my bed as soon as I wake up.
στρώνω το τραπέζιΜπορείς να στρώσεις το τραπέζι μέχρι να έρθουν οι φίλοι;Can you set the table before our friends arrive?
στρώνω κουβέρτα/χαλί κτλ.Στρώσαμε μια κουβέρτα στην παραλία και ξαπλώσαμε.We spread a blanket on the beach and lay down.
στρώνει ο καιρός/η κατάστασηΕλπίζω να στρώσει ο καιρός μέχρι το Σαββατοκύριακο.I hope the weather settles by the weekend.