συγκεντρώνω conjugation in Greek
"συγκεντρώνω" is a common greek verb meaning "to gather; to concentrate". Below are its conjugations across major tenses.
συγκεντρώνω
to gather; to concentrate
Ενεστώτας
εγώεγώ συγκεντρώνω
εσύεσύ συγκεντρώνεις
αυτός/αυτήαυτός συγκεντρώνει
εμείςεμείς συγκεντρώνουμε
εσείςεσείς συγκεντρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συγκεντρώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ συγκέντρωνα
εσύεσύ συγκέντρωνες
αυτός/αυτήαυτός συγκέντρωνε
εμείςεμείς συγκεντρώναμε
εσείςεσείς συγκεντρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συγκέντρωναν
Αόριστος
εγώεγώ συγκέντρωσα
εσύεσύ συγκέντρωσες
αυτός/αυτήαυτός συγκέντρωσε
εμείςεμείς συγκεντρώσαμε
εσείςεσείς συγκεντρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συγκέντρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα συγκεντρώνω
εσύεσύ θα συγκεντρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα συγκεντρώνει
εμείςεμείς θα συγκεντρώνουμε
εσείςεσείς θα συγκεντρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συγκεντρώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα συγκεντρώσω
εσύεσύ θα συγκεντρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα συγκεντρώσει
εμείςεμείς θα συγκεντρώσουμε
εσείςεσείς θα συγκεντρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συγκεντρώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να συγκεντρώνω
εσύεσύ να συγκεντρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να συγκεντρώνει
εμείςεμείς να συγκεντρώνουμε
εσείςεσείς να συγκεντρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συγκεντρώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να συγκεντρώσω
εσύεσύ να συγκεντρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να συγκεντρώσει
εμείςεμείς να συγκεντρώσουμε
εσείςεσείς να συγκεντρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συγκεντρώσουν
Usages & examples
συγκεντρώνω + έγγραφα/πράγματαΠρέπει να συγκεντρώσω όλα τα χαρτιά για τη δήλωση.I need to gather all the papers for the tax return.
συγκεντρώνω + προσοχή/σκέψηΔεν μπορώ να συγκεντρώσω τη σκέψη μου με τόσο θόρυβο.I can't focus my thoughts with so much noise.
συγκεντρώνω + κόσμο/ομάδαΟ δήμος συγκέντρωσε εθελοντές για τον καθαρισμό της παραλίας.The municipality gathered volunteers to clean the beach.
συγκεντρώνω + χρήματα/πόντουςΠροσπαθούμε να συγκεντρώσουμε τα χρήματα για το ταξίδι.We're trying to raise the money for the trip.