συμμετέχω conjugation in Greek
"συμμετέχω" is a common greek verb meaning "to participate". Below are its conjugations across major tenses.
συμμετέχω
to participate
Ενεστώτας
εγώεγώ συμμετέχω
εσύεσύ συμμετέχεις
αυτός/αυτήαυτός συμμετέχει
εμείςεμείς συμμετέχουμε
εσείςεσείς συμμετέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμμετέχουν
Παρατατικός
εγώεγώ συμμετείχα
εσύεσύ συμμετείχες
αυτός/αυτήαυτός συμμετείχε
εμείςεμείς συμμετείχαμε
εσείςεσείς συμμετείχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμμετείχαν
Αόριστος
εγώεγώ συμμετείχα
εσύεσύ συμμετείχες
αυτός/αυτήαυτός συμμετείχε
εμείςεμείς συμμετείχαμε
εσείςεσείς συμμετείχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμμετείχαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα συμμετέχω
εσύεσύ θα συμμετέχεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμμετέχει
εμείςεμείς θα συμμετέχουμε
εσείςεσείς θα συμμετέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμμετέχουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα συμμετάσχω
εσύεσύ θα συμμετάσχεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμμετάσχει
εμείςεμείς θα συμμετάσχουμε
εσείςεσείς θα συμμετάσχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμμετάσχουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να συμμετέχω
εσύεσύ να συμμετέχεις
αυτός/αυτήαυτός να συμμετέχει
εμείςεμείς να συμμετέχουμε
εσείςεσείς να συμμετέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμμετέχουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να συμμετάσχω
εσύεσύ να συμμετάσχεις
αυτός/αυτήαυτός να συμμετάσχει
εμείςεμείς να συμμετάσχουμε
εσείςεσείς να συμμετάσχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμμετάσχουν
Usages & examples
συμμετέχω σε + δραστηριότηταΣυμμετέχω σε μαραθώνιο κάθε άνοιξη.I take part in a marathon every spring.
συμμετέχω ως + ρόλοςΘα συμμετάσχω ως ομιλητής στο συνέδριο.I will participate as a speaker at the conference.
συμμετέχω με + συνεισφοράΗ ομάδα μας θα συμμετέχει με μια αφίσα στον διαγωνισμό.Our team will participate with a poster in the contest.
συμμετέχω στα κοινάΠροσπαθώ να συμμετέχω στα κοινά της γειτονιάς μου.I try to be involved in my neighborhood's public affairs.