υπάρχω conjugation in Greek

"υπάρχω" is a common greek verb meaning "exist". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
υπάρχω

exist

Ενεστώτας

εγώεγώ υπάρχω
εσύεσύ υπάρχεις
αυτός/αυτήαυτός υπάρχει
εμείςεμείς υπάρχουμε
εσείςεσείς υπάρχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπάρχουν

Παρατατικός

εγώεγώ υπήρχα
εσύεσύ υπήρχες
αυτός/αυτήαυτός υπήρχε
εμείςεμείς υπήρχαμε
εσείςεσείς υπήρχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπήρχαν

Αόριστος

εγώεγώ υπήρξα
εσύεσύ υπήρξες
αυτός/αυτήαυτός υπήρξε
εμείςεμείς υπήρξαμε
εσείςεσείς υπήρξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπήρξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα υπάρχω
εσύεσύ θα υπάρχεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπάρχει
εμείςεμείς θα υπάρχουμε
εσείςεσείς θα υπάρχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπάρχουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα υπάρξω
εσύεσύ θα υπάρξεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπάρξει
εμείςεμείς θα υπάρξουμε
εσείςεσείς θα υπάρξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπάρξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να υπάρχω
εσύεσύ να υπάρχεις
αυτός/αυτήαυτός να υπάρχει
εμείςεμείς να υπάρχουμε
εσείςεσείς να υπάρχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπάρχουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να υπάρξω
εσύεσύ να υπάρξεις
αυτός/αυτήαυτός να υπάρξει
εμείςεμείς να υπάρξουμε
εσείςεσείς να υπάρξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπάρξουν

Usages & examples

υπάρχει + singular nounΥπάρχει μια λύση στο πρόβλημα.There is a solution to the problem.
υπάρχουν + plural nounΥπάρχουν πολλοί τρόποι να το κάνεις.There are many ways to do it.
υπήρξε + event (aorist)Υπήρξε διακοπή ρεύματος το βράδυ.There was a power outage last night.
δεν υπάρχει περίπτωση να + subj.Δεν υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε εγκαίρως.There's no way we'll arrive on time.